Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου ;

Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου ;



Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου


Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:

Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:

«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.

Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.

Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:

Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:

-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;

Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.

Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:

-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.

          Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:

          -Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.

          Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.

Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.

Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:

-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.

Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.

Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:

Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.

Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
·        Φανατισμός: 5 κιλά.
·        Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
·        Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
·        Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
·        Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.

Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:

-Κύριε, σῶσον με…

Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.

Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.

Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.

          Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».


Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου «Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ πορεία» (Πειραιᾶς 2011, σελίδα 159).


Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ἡ μετάνοια ὡς διέξοδο στα ἀδιέξοδα τοῦ σύγχρονου πονεμένου καὶ ἀπογοητευμένου ἀνθρώπου

Ἡ μετάνοια ὡς διέξοδο στα ἀδιέξοδα τοῦ σύγχρονου πονεμένου καὶ ἀπογοητευμένου ἀνθρώπου



Τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας τοῦ Ἁγίου Ὅρους, Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Ἐλισαίου

Πάντοτε χτυποῦσαν τὴν Ὀρθοδοξία. Πάντοτε γινόταν αὐτό. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι, ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία τῶν Μαρτύρων. Εἶναι, δηλαδή, μιὰ συνεχὴς διαπάλη μεταξὺ ἀληθείας καὶ μὴ ἀληθείας, ἃς τὸ πῶ ἔτσι, καὶ φυσικὰ αὐτὸ θὰ συνεχιστεῖ.

Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἐμεῖς, σὰν Ἅγιο Ὅρος, δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε μιὰ ἄμυνα πάνω στὰ θέματα αὐτά, δὲν πρέπει νὰ λειτουργοῦμε ἀρνητικά. Ἐμεῖς πρέπει μὲ τὴ ζωή μας, μὲ τὸ λόγο μας, μὲ τὴ συμπεριφορά μας, ἀφ’ ἑνὸς νὰ ὁμολογοῦμε καὶ νὰ διακηρύττουμε τὴν ἀλήθεια καὶ ἀφετέρου νὰ δίνουμε πίστη καὶ ἐλπίδα καὶ θάρρος καὶ προοπτικὴ καὶ σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους τοὺς μοναχούς, ἀλλὰ καὶ στὸν ὑπόλοιπο κόσμο καὶ νὰ δίνουμε τὸ ὅραμα τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς, τῆς ζωῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλωστε ἐμεῖς, κι ἂν μᾶς πολεμοῦν, δὲν μποροῦμε νὰ κρατήσουμε, ἃς τὸ ποῦμε ἁπλά, καμία κακία καὶ πρέπει νὰ μιμούμαστε τὸν Ἅγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο, διότι ἀλλιῶς θὰ εἴμαστε ἀντίθετοι στὸ Εὐαγγέλιο.

Ἃς μὴν ἀντικαθιστοῦμε τοὺς καθ’ ὕλην ἁρμοδίους στὰ θέματα τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομίας. Δὲν ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν ἀνάλυση τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ εἶναι ἀλήθεια, ἐὰν μπορῶ νὰ πῶ μιὰ κουβέντα πάνω σε αὐτὸ τὸ θέμα, ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μεγάλες κοινωνικὲς καὶ πνευματικὲς ἀλλαγὲς γιὰ νὰ ἀνακοπεῖ, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ χρεοκοπία σὲ ὅλα τα ἐπίπεδα.

Ἔλλειψη παιδείας καὶ ἐμπνευσμένων ἀνθρώπων, ἀποτελοῦν βασικὲς αἰτίες τῆς πανθομολογουμένης καταρρεύσεως. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν ζωντανὸ Θεὸ τῶν πατέρων μας, στὴν ἀκένωτη πηγὴ τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀγάπης.

Στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐθνικῆς καὶ κοινωνικῆς συνοχῆς, τῆς θυσίας καὶ προσφορᾶς, ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχε νὰ διαδραματίσει σπουδαῖο ρόλο, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν ἦταν τόσο στενόκαρδη καὶ κοντόφθαλμη στὴν ἀξιοποίηση τοῦ δυναμικοῦ τῆς Ἐκκλησίας.




Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Τὰ τρία στάδια τῆς Μετανοίας

Τὰ τρία στάδια τῆς Μετανοίας



1ο στάδιο Μετανοίας.
Πιστεύω στὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου καὶ σταματῶ νὰ κάνω τὴν ἁμαρτία στὴν πράξη, π.χ. σταματῶ νὰ κλέβω.

2ο στάδιο Μετανοίας.
Πάλη μὲ τοὺς λογισμούς· «νὰ τὴν κάνω ἢ νὰ μὴν τὴν κάνω αὐτὴ τὴν ἁμαρτία;» Γιὰ παράδειγμα: Ἀποφασίζω ὅτι δὲν ξανακλέβω. Ἔρχεται, τότε, ὁ διάβολος καὶ μοῦ λέει: «Θυμᾶσαι τί ὡραία ποὺ ἦταν ὅταν ἔκλεβες; Γιὰ θυμήσου……» Δηλαδή, μᾶς ὑπενθυμίζει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς γυρίσει στὴν παλιά μας ζωή. Ἐμεῖς, ὅμως ἀποφασιστικά, ἔχουμε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ μετανοήσουμε καὶ λέγουμε στὸ λογισμό μας: «Προτιμῶ νὰ πεθάνω· δὲν ξανακλέβω!»

3ο στάδιο Μετανοίας.
Νὰ μισήσουμε τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ξεκινήσουμε νὰ ἐξασκοῦμε τὴν ἀντίστοιχη ἀρετή. Δηλαδή, κλέβω; Νὰ μισήσω τὸ πάθος τῆς κλοπῆς καὶ νὰ ξεκινήσω νὰ ἐξασκῶ τὴν ἐλεημοσύνη. Πορνεύω; Νὰ μισήσω τὸ πάθος τῆς πορνείας καὶ νὰ ἐξασκήσω τὴν ἀρετὴ τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς σωματικῆς καὶ πνευματικῆς καθαρότητας. Μισῶ; Νὰ ξεκινήσω νὰ ἀγαπῶ κ.ο.κ.

Καὶ ἔτσι, πλέον, εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὴν ἐξομολόγηση τῆς ἁμαρτίας μας στὸ πετραχῆλι τοῦ ἱερέα καὶ ὁ Παράδεισος, μετὰ ἀπὸ αὐτά, εἶναι ἀνοιχτὸς γιὰ ὅλους μας!




Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀγαποῦν τὸν ἄνθρωπο ὅπως εἶναι !

Ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀγαποῦν τὸν ἄνθρωπο ὅπως εἶναι !



Τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους, Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου Καψάνη


Ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἀγαποῦν τὸν ἄνθρωπο ὅπως εἶναι, ὅταν πολλὲς φορὲς ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι του οἱ γονεῖς τὸν ἀπορρίπτουν.

Ἡ Ἐκκλησία δέχεται τὸν ἄνθρωπο ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἂν εἶναι καὶ ὅπως εἶναι, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ὅμως τὴ δυνατότητα νὰ γίνει ὅπως θέλει ὁ Θεός.

Καὶ πόσο τὸν βοηθᾷ αὐτὴ ἡ ἀποδοχή! Εἶναι γνωστὴ ἡ φιλανθρωπία τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ Γερόντων τῆς ἔρημου. Μέχρι σήμερα βλέπουμε στοὺς διακριτικοὺς Πατέρας τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ στὸν ἑαυτὸ τους εἶναι αὐστηροί, νὰ δείχνουν ἄκρα φιλανθρωπία καὶ κατανόηση στὸν πεσόντα ἄνθρωπο, καὶ στὴν ἀρρωστημένη καὶ φθαρμένη ἀνθρώπινη φύση.

Ἀλλὰ καὶ τὸ θάρρος καὶ τὴ βοήθεια ποὺ δίνουν στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν πάρουν ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶναι, ἀπὸ τὴν κόλασή του μέσα, καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ διάκριση στὸν Θεό.




Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Νὰ μὴν κατακρίνουμε κανέναν !

Νὰ μὴν κατακρίνουμε κανέναν !



Μὴν κατακρίνεις τὸν πλησίον σου. Μπορεῖ νὰ γνωρίζεις τὴν ἁμαρτία του, ἀλλὰ δὲν γνωρίζεις τὴ μετάνοιά του.

Γιὰ νὰ μὴν κατακρίνεις, πρέπει νὰ ἀποφεύγεις αὐτοὺς ποὺ κατακρίνουν καὶ νὰ προσέχεις τί ἀκοῦν τ’ αὐτιά σου.

Ποτὲ νὰ μὴν πιστεύεις τὰ λόγια αὐτῶν ποὺ κατακρίνουν καὶ ποτὲ νὰ μὴ μιλᾷς ἄσχημα πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τῶν ἄλλων.

Μὴ δέχεσαι κακὸ λογισμὸ γιὰ κανέναν, γιατί ἔτσι θὰ γίνεις ἐσὺ κακός.

Αὐτὸς εἶναι πιὸ σύντομος δρόμος πρὸς τὴ σωτηρία, ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς νηστείας, τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς κακοπάθειας.

Ὅταν κατακρίνεις τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, θὰ πάθεις κι ἐσὺ τὸ ἴδιο!

Γι’ αὐτό, λοιπόν, νὰ μὴν κατακρίνουμε κανέναν!




Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Γιατί ὁ Θεός ἀφήνει καί πεθαίνουν ἀπό τήν πείνα παιδιά ;

Γιατί ὁ Θεός ἀφήνει καί πεθαίνουν ἀπό τήν πείνα παιδιά ;



Τό γράμμα τοῦ ἐφήβου τῆς Γ΄ Λυκείου Α.Κ. ἔχει ὥριμη­ σκέψη καί θέτει σπουδαῖα ἐρω­τήμα­τα. Ἀρχίζω ἀπό τό πρῶτο, πού λέει: «Ἀφοῦ ὁ Θεός φροντίζει καί γιά τά πετεινά τ᾿ οὐ­ρανοῦ, γιατί ἀφήνει νά πεθαίνουν ἀπό τήν πείνα τόσα παιδιά στήν Ἀφρική, στήν Ἀσία, νά ὑπάρχουν τόσοι ἄστεγοι κ.τ.λ.;».

Πράγματι· ὁ Θεός δέν δημιούργησε ἁπλῶς τόν κόσμο· ἡ ἀγαθή του πρόνοια φροντίζει μόνιμα γιά ὅλα τά ὄντα· ἄψυχα καί ἔμψυχα· ἄλογα καί λογικά. Καί γιά τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, πού δέν σπέρ­­νουν οὔ­τε θερίζουν οὔτε μαζεύουν σέ ἀπο­­θῆκες. Φροντί­ζει καί γιά ἐκεῖνα ἀκόμη τῶν ὁποίων ἡ τρο­φή εἶναι σπά­νια καί δυσεύρετη - ὅπως π.χ. τά κοράκια πού τρέφονται μέ ψοφίμια. Ὁ Θεός τρέφει καί αὐτά. Πολύ περισσότερο φροντίζει γιά τούς ἀνθρώπους (Ματθ. στ´ 26-27 καί Λουκ. ιβ´ [12] 24-25). Ἡ ἀγαπητική μέριμνα τοῦ Θεοῦ ἐκτείνεται σ’ ὅλα αὐτά, καί διότι τά δημιουργήματα αὐτά δέν μποροῦν νά βοηθήσουν τό ἕνα τό ἄλλο· μόνο νά εἰδοποιηθοῦν μεταξύ τους μποροῦν, ὅταν ἐπι­σημάνουν κάποιο μέρος, ὅπου ὑπάρχει τροφή· π.χ. οἱ μέλισσες εἰδοποιοῦνται μετα­ξύ τους μ’ ἕναν πολύ ἔξυπνο τρόπο κ.λπ.

Στίς 7η καί 9η Ὁμιλίες του «Εἰς τήν Ἑξαήμερον» ὁ Μ. Βασίλειος ἀπαριθμεῖ πλῆθος παραδειγμάτων γιά νά βεβαιώσει ὅτι ὁ Θεός προνοεῖ γιά ὅλη τήν κτίση. Γράφει: «Κανένα δημιούργημα δέν εἶναι ἀπρονόητο οὔτε παραμελημένο ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ὅλα τά σκοπεύει ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός του, καί σ’ ὅλα χορηγεῖ καί βραβεύει τή σωτηρία τους». Καί ἀλλοῦ γράφει: «Κανένα ἀπό τά ὄντα δέν εἶναι ἀπρονόητο, οὔτε ἄμοιρο τῆς ἐπιμέλειας, ἡ ὁποία τοῦ ἀνήκει».

Ὁ Θεός λοιπόν δέν ἀδιαφορεῖ γιά κανένα ἀπό τά πλάσματά του. Ὅμως ἡ ἀγάπη του ἐκτείνεται ἰδιαίτερα σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Αὐτός, ὁ Κύριος νοιάζεται καί ἐνδιαφέρεται γιά σᾶς, μᾶς διδάσκει ὁ ἀπ. Πέτρος (βλ. Α΄ Πέτρ. ε΄ 7). Εἶναι δέ τόσο τό ἐνδιαφέρον τοῦ Κυρίου γιά τόν καθένα προσωπικά, ὥστε ἔχει γνώση καί τῶν ἐλαχίστων γεγονότων πού μᾶς συμβαίνουν, στά ὁποῖα ἐμεῖς δίνουμε ἐλάχιστη ἤ καί καμιά σημασία! Αὐτό μᾶς τό βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέ τόν λόγο του: «Ἀκόμα καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας, γιά μιά ἀπό τίς ὁποῖες σεῖς μικρή ἤ καμιά φροντίδα δέν λαμβάνετε, καί τόν ἀριθμό τῶν ὁποίων ἀγνοεῖτε, ὅλες ἔχουν ἀριθμηθεῖ» (βλ. Ματθ. ι΄ 30). Ἄν ὅμως ὁ Κύριος ἐνδιαφέρεται γιά τά ἀσήμαντα, πολύ περισσότερο ἐνδιαφέρεται γιά τά σημαντικά.

Ἀκόμη ὁ Κύριος ἀνατέλλει χωρίς διάκριση τόν ἥλιο σέ πονηρούς καί ἀγαθούς· βρέχει τή βροχή του σέ δικαίους καί ἀδίκους (Ματθ. ε´ 45). Ἔτσι εὐ­εργετεῖ κι αὐτούς πού Τόν μισοῦν καί Τόν ὑβρί­­ζουν. Ὁ Θεός βρέχει καί στή γῆ πού καλλιεργεῖ­ται ἀπό χέρια πλεονεκτῶν καί ἐκμεταλλευτῶν. ­Ἀ­να­τέλ­­λει­ τόν ἥλιο, πού θερμαίνει τούς σπόρους καί πολ­λαπλα­σιάζει διά τῆς εὐφορίας τούς καρ­πούς. Ὅταν δέ ἡ Ἁγία Γραφή μιλάει γιά τόν ἥλιο καί τή βροχή, ἐννοεῖ καί ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτη­τα γιά τή ζωή μας, τήν αὔξηση, τήν προκοπή καί τήν εὐτυ­χία μας.

Ἡ ἀγαθή λοιπόν πρόνοια τοῦ Θεοῦ φροντίζει καί γιά τά πιό ἀσήμαν­τα τῆς ζωῆς μας. Ἀγκαλιάζει ὅλους. Μεριμνᾶ γιά ὅλες τίς χῶρες, γιά ὅλους τούς λαούς. Μάλιστα ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν ὁμιλία του «Πρός τούς λέγοντας ὅτι οἱ δαίμονες διοικοῦν τά ἀνθρώπινα» τονίζει: Οὔτε ὁ ἥλιος δέν εἶναι τόσο φωτεινός, τόσο λαμπρός, ὅσο σα­φής εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ!

Ὅμως ποιά εἶναι ἡ δική μας συμπε­ριφορά; Εἶναι συνήθως ἡ ἀδικία, ἡ κακότητα, τό συμφέρον, ἡ ἐκμετάλλευση, ἡ μισανθρωπία, ἡ ἄρ­­νη­ση νά δώσουμε στόν ἄλλο ἀπό τά ἀγαθά μας. Λησμο­νοῦμε ὅτι ἔχουμε ὅλοι (λευκοί, μαῦροι, κί­τρινοι) κοινή καταγωγή, κοινή φύση. Μένουμε ὅμως ἀσυγκίνητοι, ἀνάλγητοι, ἄκαμπτοι μπροστά στή δυστυχία τῶν ἄλλων. Τό μόνο πού μᾶς ἐνδια­φέρει εἶναι πῶς θά αὐξήσουμε τά δικά μας κεφά­λαια, ἀτομικά ἤ κρατικά. Ἡ ὅποια δυστυχία ὄχι μό­νο δέν μᾶς συγκινεῖ, ἀλλά καί ἀποτελεῖ εὐκαι­ρία το­κογλυφικῶν δανείων σ’ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, πού σημαίνει τελικά αὔξηση τῶν δικῶν μας κεφα­­λαίων. Μέ μιά φράση· Ἡ δική μας συμπεριφορά πρός τούς συνανθρώπους μας εἶναι ἐντελῶς ἀ­­­ντίθετη πρός τήν ἀπέραντη ἀγαπητική συμπερι­φορά τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.

Ξεχνοῦμε ὅμως μιά μεγάλη ἀλήθεια. Παραβλέ­που­με ἕνα μέτρο καλλιεργείας τῆς ἑνότητος ὅ­­­λων διά τῆς ἀγάπης, πού ἔλαβε ὁ πάνσοφος Θεός γιά τά πλάσματά του. Ποιό εἶναι αὐτό τό μέτρο; Δέν ἔχουν ὅλες οἱ χῶρες τά ἴδια ἀγαθά, τά ἴδια προϊόντα, τόν ἴδιο πλοῦτο. Γιατί; Γιά νά ἔχει ὁ ἕνας λαός, ἡ μία χώρα ἀνάγκη τῆς ἄλλης. Ἔτσι τό ὑστέρημα ἤ τό ἔλλειμμα τοῦ ἑνός καλεῖται νά τό ἀναπληρώσει ὁ ἄλλος. Μ’ αὐτό τόν τρόπο καλ­λιεργοῦνται στενές ἀδελφικές, διακρατικές, εἰ­ρηνικές σχέσεις. Δυ­στυχῶς ὅμως μπαίνει ἡ δική μας ἀπληστία καί τό συμφέρον. Καί ἀντί ἀγάπης ἐφαρμόζουμε τό «ὁ θάνατός σου ζωή μου»! ῎Η αὐτό πού καταδικάζει ὁ ἀπ. Παῦλος: «Ἄλλος μέν φτω­χότερος νά πεινᾶ, ἄλλος δέ πλουσιότερος νά μεθᾷ!» (Α´ Κορ. ια´ 21).

Μέ τή συμπεριφορά ὅμως αὐτή ὅ,τι πρέπει νά συντελεῖ στήν ἀ­­­μοι­βαία φιλία καί ἀγάπη καί στή δημιουργία καλῶν καί εἰρηνικῶν σχέ­σεων, γίνεται ὄργανο ἁρπακτικότητος, ἐκμεταλλεύσεως· δηλα­δή κα­τα­στάσεων πού συντελοῦν στήν ψυχρότη­­τα, στή διάσταση ἤ καί σ’ αὐτόν ἀκόμη τόν πόλε­­­μο! Στόν ὁποῖο, προκειμένου νά ἐξοντώσουμε τόν ἀν­­­τί­­παλο (ἀδελφό μας), χρησιμοποιοῦνται ὅπλα, πλοῖα, ἀεροπλάνα, βόμβες, πύραυλοι... Ὅλα ὅμως αὐτά φτωχαίνουν ἀκό­μη περισσότερο τούς φτω­χούς καί ἀδύνατους λαούς. Τούς βυθίζουν στήν πείνα καί στήν ἐξαθλίωση. Καί πλουτίζουν ἀκόμη περισσότερο τούς πλούσιους καί ἰσχυρούς, ἀφοῦ αὐτοί εἶναι οἱ κατασκευαστές καί οἱ ἔμποροι τῶν ὁπλικῶν συστημάτων...

Ὥστε ἡ φτώχεια, ἡ πείνα, ἡ δυστυχία τῶν λαῶν δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά καρπός τῆς δικῆς μας κακίας, τοῦ δικοῦ μας ἐγωισμοῦ, τοῦ δικοῦ μας αὐ­τεξουσίου. Γιά τή θεραπεία αὐτοῦ τοῦ κακοῦ δέν φταίει βέβαια ὁ Θεός. Ὡστόσο μᾶς ἔχει δώσει φάρ­μακο.