Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Ἄρχοντες Ψάλται τῆς Μ.τ.Χ.Ἐ.

Ἄρχοντες Ψάλται τῆς Μ.τ.Χ.Ἐ.



τοῦ Πρωτοπρ. Σεραφεὶμ Φαράσογλου


Ἡ καθ᾽ ἡμᾶς Βυζαντινὴ Ἐκκλησιαστικὴ Μουσικὴ εἶναι τέχνη καὶ ἐπιστήμη. Ἕλληνες καὶ ξένοι ἱστοριογράφοι συμφωνοῦν ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἦχοι καὶ γενικὰ τὸ σύστημα τῆς ἐκκλλησιαστικῆς μουσικῆς ἔχει ἄμεσο σχέσιν μετὰ τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ συστήματος.

Ὁλοι οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ ὑμνογράφοι ἀπὸ τὸν 3ο ἕως καὶ τὸν 7ο αἰῶνα, ὅπου ἐμφανίζεται ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἦσαν βαθιὰ ποτισμένοι ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ παιδεία καὶ ἐγνώριζαν εἰς βάθος τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν μουσική, ὅπως φαίνεται ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὰ ἔργα τους.

Ἡ μουσικὴ αὐτή, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη τέχνη, ἐνεφανίσθη ἀρχικῶς ἀτελής, ἐξελίχθη ὅμως καὶ ἀνεπτύχθη διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἕως σήμερον. Ἡ ἀκμὴ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, μετὰ τὴν ὑμνολογία τῶν πρώτων αἰώνων, ἀρχίζει ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 7ου αἰῶνος μὲ τὸν Ῥωμανὸ τὸν Μελωδό, τὸν «Πίνδαρο» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιήσεως ἐν Βυζαντίῳ.

Στὴν Βυζαντινὴ περίοδο ἤκμασαν ἐξαίρετοι μουσικοὶ καὶ ὑμνογράφοι, ὅπως οἱ· Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Φώτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Λέων ὁ Σοφός, Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος, αὐτοκράτωρ, Κασσιανὴ Μοναχή, Ἰωάννης ὁ Κουκουζέλης, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἡ μεγαλυτέρα μορφὴ ἔπειτα ἀπὸ τὸ Δαμασκηνό, Ξένος ὁ Κορώνης, Πρωτοψάλτης τοῦ Ἱ.Ν. τῆς Ἁγίας Σοφίας, Ἰωάννης ὁ Κλαδᾶς, Λαμπαδάριος Ἁγίας Σοφίας κ.ἄ.

Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.), ἡ Βυζαντινὴ Μουσικὴ ἔμεινε οὐσιαστικῶς ἡ ἴδια. Οἱ χριστιανοὶ συνεσπειρώθησαν γύρῳ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη καὶ τὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ Πατριάρχης ἦτο ὁ θρησκευτικὸς καὶ πολιτικὸς ἀρχηγὸς τοῦ Γένους. Τὸ Πατριαρχεῖο, ὁ Πατριαρχικὸς Ναός, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ὑπῆρξε ἡ κιβωτὸς ὅπου τὸ Βυζαντινὸ μέλος ηὗρε καταφύγιο καὶ διεσώθη ὡς τὴν σήμερον.

Πρωταρχικὸν ῥόλο εἰς αὐτὸ ἔπαιξε ἡ διαδοχὴ τῶν Ἀρχόντων Πρωτοψαλτῶν καὶ τῶν Ἀρχόντων Λαμπαδαρίων τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι διετήρησαν ὅλη τὴν λειτουργικὴ καὶ τυπικὴ τάξι καὶ παράδοσι ἀπὸ τοὺς χρόνους ἐκείνους πρὸ τῆς ἁλώσεως.

Κατὰ τὴν περίοδο ταύτη διακρίνονται ἐξαίρετοι μουσικοί· Μανουὴλ ὁ Χρυσάφης, Βαλάσιος ἱερεύς, Γεώργιος Ῥαιδεστηνός, Παναγιώτης Χαλάτσογλου, Πέτρος Πελοποννήσιος, Ἰάκωβος Πελοποννήσιος, Πέτρος Βυζάντιος κ.ἄ. Τὸ ἔτος 1814, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἀπεφάσισε τὴ σύστασιν Μουσικῆς Ἐπιτροπῆς τῇ ἐντολῇ νὰ ἐπινοήσῃ καὶ νὰ ἐφεύρῃ νέα παρασημαντικὴ γραφὴ εὐκολότερα τῇ χρήσει. Οὔτως ἡ μέχρι σήμερα σωζόμενη μουσικὴ εἶναι ἔργο τοῦ Χρυσάνθου, τοῦ Γρηγορίου καὶ τοῦ Χουρμουζίου, τῶν τριῶν ἐφευρετῶν τῆς νέας μουσικῆς γραφῆς, οἱ ὁποῖοι μετέγραψαν καὶ διεφύλαξαν τὰς ἱερὰς μελωδίας τῶν παλαιῶν ἡμῶν μουσουργῶν. Ἔκτοτε δὲ βλέπουμε καὶ ὅλα τὰ κλασσικὰ μουσικὰ κείμενα τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς νὰ ἐγκρίνονται ἀπὸ τὴν Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, καὶ νὰ ἐκδίδονται πρῶτα ἐν Βουκουρεστίῳ, ἐν Τεργέστῃ, ἐν Παρισίῳ καὶ ἔπειτα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν.

Εἰς τὴν συνέχεια διακρίνουμε δεινοὺς μουσικούς· Πέτρο τὸν Ἐφέσιο, Θεόδωρο Φωκαέα, Παναγιώτη Κηλτζανίδη, Γεώργιο Σαρανταεκκλησιώτη, Νικόλαο Βλαχόπουλο, Γεώργιο Βιολάκη, Ἰάκωβο Ναυπλιώτη, Κωνσταντῖνο Πρίγγο, Θρασύβουλο Στανίτσα, Βασίλειο Νικολαΐδη καὶ Λεωνίδα Ἀστέρη, νῦν Πρωτοψάλτη τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Ἡ παραληφθεῖσα βυζαντινὴ αὐτὴ μουσικὴ εἶναι μουσικὴ προσευχητική, μουσικὴ λατρευτικὴ· ὀνομάζεται δὲ βυζαντινή, διότι ξεκίνησε καὶ ἀνεπτύχθη εἰς τὸ Βυζάντιον.

Ἐν Κωνσταντινουπόλει, τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ Ἐκκλησία ἦταν ὁπλισμένη καὶ στολισμένη μετὰ τῶν περιλάμπρων τεχνῶν· τῆς εἰκονογραφίας σὺν τῇ ψηφιδογραφίᾳ, τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς λογοτεχνία σὺν τῇ ὑμνογραφίᾳ, ἔτι δὲ καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς.

Σήμερον, ὡς ἀπόγονοι καὶ κληρονόμοι τῆς αὐτοκρατορίας, ἔχομεν ἕνα θησαυρὸ ὁλοζώντανο. Τὰ ἱερὰ τροπάρια τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν, ἐμελοποιήθησαν καὶ ἐψάλλησαν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σοφίᾳ, συνεχίζονται καὶ σήμερον τὰ αὐτά, τῷ αὐτῷ μέλει, τῷ αὐτῷ τρόπῳ νὰ ψάλλονται εἰς τοὺς ἱεροὺς ναούς μας εἰς τὰς ἀκολουθίας τῶν Χαιρετισμῶν καὶ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ὅπου αἱ ἐκκλησίαι πολλάκις δὲν χωροῦν τοὺς ὀρθοδόξους πιστούς.

Αὕτη οὖν εἶναι ἡ Βυζαντινὴ Μουσική, ἡ μουσικὴ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ Ἰωάννου Κουκουζέλη καὶ τοῦ Ξένου Κορώνη, ἡ ὁποῖα πρὸ τῆς Ἁλώσεως ἦτο ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν μουσικὴ τῶν αὐτοκρατόρων καὶ τῶν πατριαρχῶν.



Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Ὁ Νεομάρτυς Ἰωάννης καὶ ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ὁ Νεομάρτυς Ἰωάννης καὶ ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου


Νόμους φυλάττων νηστίμου καιροῦ πόθῳ, ζωὴν ἔθυσας, ὦ Ἰωάννη μάκαρ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Μονεμβασίας. Ὁ ἱερέας πατέρας του καταγόταν ἀπὸ τὸ Γεράκι, ἐνῶ ἡ μητέρα του ἀπὸ τὸ γειτονικὸ χωριὸ Γοῦβες τῆς Μονεμβασίας. Στὶς Γοῦβες, σύμφωνα μὲ μαρτυρίες, τοποθετήθηκε ἐφημέριος ὁ πατέρας τοῦ Νεομάρτυρα καὶ ἐκεῖ γεννήθηκε τὸ 1758 ὁ Ἰωάννης, γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ πολλούς, πῆρε τὴν προσηγορία Γουβιώτης.

Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἰωάννης, προσπαθοῦσε νὰ μιμεῖται τὴν ζωὴ τοῦ ἱερέα πατέρα του, τὸν βοηθοῦσε στὶς δουλειὲς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ πάντα θυμόταν ὅτι αὐτὸς ἦταν “παπᾶ υἱὸς” καὶ ἔπρεπε νὰ προσέχει τὴν συμπεριφορά του, ὥστε νά᾽ ναι παράδειγμα γιὰ τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ τῆς ἡλικίας του.

Τὸ ἔτος 1770 οἱ ὀρδὲς τοῦ Ἀλβανοῦ Χατζῆ Ὀσμάν, ἀφοῦ κατέπνιξαν κάθε σημεῖο ἑλληνικῆς ἀντίστασης, ἔφτασαν καὶ στὶς Γοῦβες. Οἱ Ἀρβανίτες σκότωσαν τὸν πατέρα τοῦ Ἰωάννη καὶ ἐν συνεχείᾳ αἰχμαλώτισαν τὸν ἴδιο καὶ τὴν μητέρα του, ἐνῶ τοὺς πῆραν μαζί τους στὴν Λάρισα, ὅπου ἐκεῖ πουλήθηκαν δύο καὶ τρεῖς φορὲς ὁ καθένας ξεχωριστά. Ὕστερα ἀπὸ δύο χρόνια ξαναπουλήθηκαν ἀλλὰ αὐτὴ τὴν φορὰ ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τὸ ἴδιο ἀφεντικό, ἕναν Τοῦρκο ποὺ εἶχε κτήματα καὶ ὑποστατικά.

Αὐτὸς ὁ Τοῦρκος δὲν εἶχε παιδιὰ καὶ βλέποντας τὰ χαρίσματα τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἦταν πολὺ ἔξυπνος γιὰ τὴν ἡλικία του, πρόθυμος, πειθαρχικὸς καὶ σβέλτος στὴν δουλειά, σκέφτηκε μαζὶ μὲ τὴν γυναίκα του νὰ τὸν κάνουν ψυχοπαίδι τους. Ἀπὸ τὴν στιγμή, λοιπόν, ἐκείνη, προσπαθοῦσε καθημερινὰ νὰ τὸν διαστρέψει ἀπὸ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν καὶ νὰ τὸν κάνει Ὀθωμανό. Ἀρχικά, προσπάθησε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις καὶ κατόπιν μὲ φοβέρες καὶ βασανισμούς, νὰ κάμψει τὴν ἀντίσταση τοῦ 15χρονου Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔστεκε στερεὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν χριστιανικὴ πίστη του.

Μία μέρα ὁ ἀφέντης κουράστηκε νὰ παρακαλεῖ τὸν Ἅγιο νὰ ἀλλαξοπιστήσει καὶ θυμωμένος ὅπως ἦταν, τὸν ὁδήγησε στὴν αὐλὴ τοῦ Τζαμιοῦ. Ἐκεῖ μαζεύτηκαν πολλοὶ Ἀγαρηνοί, ποὺ προσπαθοῦσαν μὲ χτυπήματα, φοβέρες καὶ σπαθισμοὺς νὰ κάνουν τὸν Μάρτυρα νὰ τουρκίσει. Ἡ ἀπάντηση ὅμως τοῦ Ἰωάννη ἦταν ξεκάθαρη: Ἐγὼ δὲν γίνομαι Τοῦρκος. Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν Ἀγαρηνὸ καὶ ἡ γυναίκα του προσπαθοῦσε καθημερινὰ μὲ μαγεῖες καὶ σατανικὰ γοητεύματα νὰ ξεμυαλίσει τὸν Ἅγιο ἢ νὰ τὸν κάνει νὰ κυριευτεῖ ἀπὸ σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἔτσι νὰ τὸν τουρκίσουν. Ἀλλά, ὁ Ἰωάννης, ἔχοντας τὸν Θεὸ μέσα του ἔμεινε καθαρὸς ἀπ’ ὅλα. Ἡ θεία χάρη τὸν φύλαξε ἀπ’ ὅλα τὰ διαβολικὰ τεχνάσματα τῆς γυναίκας τοῦ Ἀγαρηνοῦ.

Ἔφθασε ὅμως ἡ νηστεία τῆς Παναγίας, τὸν δεκαπενταύγουστο. Ὁ Τοῦρκος, μόλις κατάλαβε ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν ἤθελε νὰ χαλάσει τὴν νηστεία καὶ νὰ ἀρτυθεῖ, ἀποφάσισε νὰ τὸν κλείσει σ’ ἕνα στάβλο. Ἐκεῖ τὸν κλειδαμπάρωσε γιὰ ὅλο τὸ διάστημα τῶν 15 ἡμερῶν καὶ πότε τὸν κρεμοῦσε καὶ τὸν κάπνιζε μὲ ἄχυρα καὶ πότε τὸν χτυποῦσε μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ προσπαθώντας νὰ τὸν κάνει νὰ φάει καὶ νὰ χαλάσει τὴν νηστεία. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὄχι ἁπλῶς δὲν ἔφαγε ἀρτυμένα φαγητά, ἀλλὰ οὔτε κἂν τὰ δοκίμασε καὶ παρακαλοῦσε καὶ προσευχόταν στὴν Παναγία νὰ τὸν βοηθήσει νὰ μὴν ἀρτυθεῖ, ἐνῶ προτιμοῦσε καλύτερα νὰ θανατωθεῖ παρὰ νὰ χαλάσει τὴν νηστεία.

Ὁ ἀφέντης του, βλέποντας ὅτι δὲν πείθεται, τὸν ἄφηνε νηστικὸ 2 καὶ 3 ἡμέρες, χωρὶς νὰ τοῦ δίνει τίποτε νὰ φάει. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννη στεκόταν κοντὰ στὸν γιό της καὶ βλέποντάς τον ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ ἀπὸ τὴ νηστεία, τὸν παρακινοῦσε νὰ φάει λέγοντάς του: «Φάε γιέ μου ἀπὸ αὐτὰ τὰ φαγητὰ γιὰ νὰ μὴν πεθάνεις καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία σὲ συγχωροῦν, γιατί δὲν τὸ κάνεις μὲ τὸ θέλημά σου, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνάγκη. Λυπήσου με καὶ ἐμένα τὴν φτωχὴ καὶ στενοχωρημένη μητέρα σου καὶ μὴ θελήσεις νὰ πεθάνεις παράκαιρα καὶ μὲ ἀφήσεις ἀπαρηγόρητη σ’ αὐτὴ τὴν σκλαβιὰ καὶ ξενιτιά».

Στὶς παρακλήσεις αὐτὲς τῆς μητέρας του ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε: «Γιατί κάνεις ἔτσι μητέρα μου καὶ γιὰ ποιό λόγο κλαῖς; Γιατί δὲν μιμεῖσαι καὶ σὺ τὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλησε νὰ θυσιάσει τὸν μοναδικὸ γιό του, ἀλλὰ μόνο κλαῖς καὶ θρηνεῖς; Ἐγὼ εἶμαι παπᾶ υἱὸς καὶ πρέπει νὰ φυλάγω καλλίτερα ἀπὸ τοὺς γιοὺς τῶν λαϊκῶν τοὺς νόμους καὶ τὰ ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί ὅταν δὲν φυλᾶμε τὰ μικρά, πῶς μποροῦμε νὰ φυλάξουμε τὰ μεγάλα;»

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, ἐξαγριωμένος πιὰ ὁ Τοῦρκος, στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1773 τοῦ ἔδωσε μία θανατηφόρα μαχαιριὰ στὴν καρδιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες ὁ Ἅγιος Ἰωάννης πέθανε καὶ ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς 21 Ὀκτωβρίου.