Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀρετές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀρετές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Δίνε, δίνε καὶ μὴ σταματᾶς !

Δίνε, δίνε καὶ μὴ σταματᾶς !



Ὁ φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στὴν γυναίκα του ποὺ πήγαινε στὶς ἐκκλησίες καὶ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ στοὺς ἐράνους.

Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ ἔβγαλε τὸ ζεστὸ ψωμὶ καὶ μοσχοβόλησε ἡ γειτονιά, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴν πόρτα του ἕνας φτωχός.

- Ἀφεντικό, ὅλα αὐτὰ τὰ ψωμιὰ εἶναι δικά σου;
- Ἄμ, τίνος νὰ 'ναι;
- Καὶ δὲν τὰ τρῶς;
- Βρέ, φύγε ἀπὸ ‘δῶ!
- Δῶσε μου καὶ μένα ἕνα ψωμάκι ποὺ πεινάω…
- Φύγε, σοῦ εἶπα, παράτα με.
- Ἀφεντικό!
- Φεύγεις ἢ δὲν φεύγεις;
- Ἀφεντικό! Παρακαλοῦσε ὁ φτωχός...

Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσει, καὶ ὁ φούρναρης πετάει ἕνα ψωμὶ στὸ κεφάλι του. Ἔσκυψε ὁ φτωχὸς καὶ τὸ ψωμὶ τὸν πῆρε ξυστὰ καὶ ἔπεσε παραπέρα. Τρέχει, τὸ ἁρπάζει, κάθεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ τὸ τρώει...

Ὁ φούρναρης ὅλη μέρα ἦταν νευριασμένος γιὰ τὸν γρουσούζη ἐπισκέπτη καὶ τὸ ψωμὶ ποὺ ἔχασε. Ἃς τολμήσει νὰ ξανάρθει, ἔλεγε!

Τὴ νύχτα, κάπου δύο μετὰ τὰ μεσάνυχτα, πετάγεται ὁ φούρναρης ἀπὸ τὸν ὕπνο του τρομαγμένος καὶ καταϊδρωμένος.

- Γυναίκα, σήκω, ξύπνα! Φέρε μου μία φανέλα νὰ ἀλλάξω καὶ νὰ σοῦ πῶ… Γυναίκα, πέθανα λέει, καὶ μαζεύτηκαν γύρω μου Ἄγγελοι καὶ διάβολοι. Ποιὸς νὰ πάρει τὴν ψυχή μου. Σὲ μιὰ μεγάλη ζυγαριὰ ὅλο καὶ πρόσθεταν οἱ τρισκατάρατοι τὰ κρίματά μου. Καὶ ὁ ζυγὸς βάρυνε καὶ βάρυνε καὶ οἱ Ἄγγελοι δὲν εἶχαν τίποτα νὰ βάλουν καὶ λυπόντουσαν.

Σὲ μιὰ στιγμή, ἕνας Ἄγγελος φωνάζει: «Τὸ ψωμί! Αὐτὸ ποὺ χόρτασε τὸν πεινασμένο. Βάλτε το στὸν ἄλλο ζυγό». Οἱ διάβολοι ἐπαναστάτησαν: «Τὸ ψωμὶ δὲν τὸ ἔδωσε. Τὸ ἔριξε νὰ σπάσει τὸ κεφάλι τοῦ φτωχοῦ». Καὶ ἀπάντησαν οἱ Ἄγγελοι: «Ὅμως, χόρτασε τὸν πεινασμένο καὶ ἐκεῖνος ἔδωσε τὴν εὐχή του».

Καὶ ποὺ λὲς γυναίκα μου, ἐκεῖνο τὸ ψωμὶ ἔκανε καὶ ἔγειρε ἡ ζυγαριὰ ἀντίθετα καὶ σώθηκα.

Τὸ λοιπόν, δίνε, δίνε καὶ μὴ σταματᾶς! Καὶ ἐγὼ θὰ δίνω.

Ἄχ, καὶ νὰ ξανάρθει ἐκεῖνος ὁ φτωχός!




Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Ἡ Ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς ἀκτημοσύνης

Ἡ Ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς ἀκτημοσύνης



Τὸν πατέρα Γαβριήλ, τὸν πνευματικό τῆς Μονῆς Γηροκομείου Πατρών, τὸν ἐπισκέφθηκε ἕνας φτωχόπαπας ἀπὸ τὴ Ρούμελη.

Ἦταν κατοχή· τοῦ μίλησε γιὰ τὴ συμφορὰ τοῦ χωριοῦ του ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὶς πυρπολήσεις. Ἀλλὰ ὁ πατὴρ Γαβριὴλ δὲν εἶχε τίποτα, μὰ τίποτα νὰ τοῦ δώσει.

Νἄφευγε πάλι ἔτσι, τοὐρχόταν ἄσχημα. Ἄνοιξε τὸ μπαοῦλο ποὔχε δίπλα στὸ κρεβάτι του, ἔβγαλε τὰ ὡραῖα λευκὰ ἄμφιά του, τὰ μόνα ποὺ εἶχε, καὶ τἄδωσε στὸν παπά.

- Γέροντα, τί ἔκαμες; ρώτησε ὁ ἡγούμενος Ἀρτέμιος σὰν τόμαθε. Μὲ τί θὰ λειτουργεῖς τώρα;

- Ἄ! δὲ θὰ ξανασηκωθῶ τώρα, πιά, ἀπάντησε ἤρεμα ὁ Γέροντας. Δὲ θὰ ξαναλειτουργήσω. Μὴν ἀνησυχεῖς, ἡγούμενε.

- Μὰ καλά. Κι ἂν πεθάνεις, τὸν ἀντίκοψε, μὲ τί ἄμφια θὰ σὲ σαβανώσουμε;

Κάρφωσε τὰ μάτια συγχυσμένος ὁ Γέροντας. Δὲν τόχε σκεφτεῖ αὐτό. Εἶχε ξεχάσει πὼς τὰ ἄμφια αὐτὰ θὰ ἦταν ἡ μοναδικὴ περιουσία, ποὺ θάπαιρνε στὸ τελευταῖο του ταξίδι. Μὰ νὰ τώρα εἶχε κι ἀπ’ αὐτὴν ἀποχωρισθεῖ. Σάστισε, περιῆλθε σὲ ἀμηχανία, μὰ ἔπειτα ἀπὸ λίγο εἶπε σταθερά:

- Λὲς νὰ μὴ μὲ γνωρίσει ὁ Θεός, ἡγούμενε, πὼς εἶμαι ἱερέας, ἂν δὲν φορῶ τὰ ἄμφιά μου; Ἐγώ σοῦ λέω ὅτι θὰ μὲ γνωρίσει! Ἄς πάω, λοιπόν, ἔτσι μὲ τὸ μαυρόρασο.

Κι ἔφυγε γιὰ τὶςσκηνὲς τῶν ἁγίων μὲ τὸ τριμμένο μαυρόρασο. Τὸ μοναδικό του κτῆμα ἐδῶ στὴ γῆ.


Πηγή: Τὸ βιβλίο τοῦ Κωνσταντίνου Κούρκουλα «…Καὶ Ἰδοὺ Ζῶμεν…».