Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, Ἐπισκόπου Σμύρνης

Τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, Ἐπισκόπου Σμύρνης
(†28-8-1922)



Δράμα 1902

«Ζητῶ μεγάλον Σταυρόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δοκιμάσω τὴν εὐχαρίστησιν, καθηλούμενος καὶ μὴ ἔχω ἕτερον τι νὰ δώσω πρὸς σωτηρίαν τῆς ἡμετέρας λατρευτῆς πατρίδος, νὰ δώσω τὸ αἷμά μου. Οὕτως ἐννοῶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην…»

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένο τῆς  Ἑλλάδας καὶ ἀργότερα Γενικὸ Πρόξενο στὴ Σμύρνη  Ἀρμάνδο Ποτέν, τὴν 16η Μαΐου 1907)


Σμύρνη 1922 (20 χρόνια μετά)

Μία γαλλικὴ περίπολος εἴκοσι ἀνδρῶν, κατευθύνθηκε ἀμέσως στὴ Μητρόπολη μὲ σκοπὸ νὰ πεισθεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος νὰ ἔλθει καὶ νὰ παραμείνει στὴν ἐκκλησία τῆς Sacre-Coeur ἢ στὸ γαλλικὸ προξενεῖο.
Ὁ ἅγιος Μητροπολίτης Χρυσόστομος δὲν δέχτηκε, λέγοντας ὅτι σὰν καλὸς ποιμένας εἶχε χρέος νὰ μείνει κοντὰ στὸ ποίμνιό του.
Ὅταν ἡ περίπολος ἔβγαινε ἀπὸ τὴ Μητρόπολη, ἕνα αὐτοκίνητο στὸ ὁποῖο ἐπέβαιναν ἕνας τοῦρκος ἀξιωματικὸς καὶ δύο στρατιῶτες, μὲ τὶς λόγχες πάνω στὰ ὅπλα, σταμάτησε μπροστὰ ἀπὸ τὸ Μητροπολιτικὸ κτίριο.
Ὁ ἀξιωματικὸς ἀνέβηκε ἐπάνω καὶ διέταξε τὸν ἅγιο Χρυσόστομο νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὸν Νουρεντὶν πασά, τὸν στρατιωτικὸ διοικητή. Βλέποντας ὅτι ἀπάγεται ὁ Μητροπολίτης, ἄνδρες τῆς γαλλικῆς περιπόλου ἀκολουθοῦν τὸ αὐτοκίνητο.
Φτάνουν στὸν Μεγάλο Στρατώνα, ὅπου βρισκόταν ὁ διοικητής, ὁ στρατηγὸς Νουρεντίν. Ὁ ἀξιωματικὸς ποὺ συνόδευε τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, τὸν ὁδήγησε μπροστὰ στὸν Νουρεντίν.
Σὲ δέκα λεπτά, καὶ ἐνῶ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος κατέβαινε, βγῆκε στὸ μπαλκόνι τοῦ κτιρίου ὁ Νουρεντὶν πασάς, ὁ ὁποῖος ἀπευθύνθηκε στοὺς χίλιους μὲ χίλιους πεντακόσιους μουσουλμάνους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ βρίσκονταν στὴν πλατεία. Τοὺς εἶπε ὅτι τοὺς παραδίδει τὸν Μητροπολίτη, προσθέτοντας χαρακτηριστικὰ τὶς φράσεις:

«Ἂν σᾶς ἔκανε καλό, νὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσετε. Ἂν σᾶς ἔκανε κακό, νὰ τοῦ κάνετε καὶ ἐσεῖς κακό!»

Ὁ ὄχλος ἅρπαξε, χωρὶς χρονοτριβή, τὸν ἅγιο καὶ τὸν ὁδήγησε πιὸ πέρα, μπροστὰ στὸ κομμωτήριο τοῦ Ismail, ἑνὸς Ἰταλοῦ προστατευόμενου. Ἐκεῖ σταμάτησαν καὶ τὸν ἕντυσαν μὲ μία ἄσπρη μπλούζα ποὺ πῆραν ἀπὸ τὸν κομμωτή.
Ἄρχισαν, ἀμέσως, νὰ τὸν χτυποῦν λυσσασμένα μὲ γροθιὲς καὶ μὲ ξύλα καὶ νὰ τὸν φτύνουν στὸ πρόσωπο. Τοῦ τρύπησαν μὲ μαχαιριὲς τὸ σῶμα, τοῦ ξερίζωσαν τὴ γενειάδα, τοῦ ἔβγαλαν τὰ μάτια καὶ τοῦ ξερίζωσαν τὴ μύτη καὶ τὰ αὐτιά. Ὁ ἅγιος ὑπομένει καὶ εὐλογεῖ τοὺς σφαγιαστές του.
Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ὅταν μποροῦσε, ὕψωνε κάπως τὸ δεξί Του χέρι καὶ εὐλογοῦσε τοὺς διῶκτες Του. Κάποιος ἀπὸ τὸν ἀφηνιασμένο ὄχλο ἀναγνωρίζει τὴν χειρονομία τῆς εὐλογίας, καὶ μὲ τὸ μαχαίρι του κόβει μανιασμένα καὶ τὰ δυὸ χέρια τοῦ Ἁγίου. Ἐκεῖνος σωριάστηκε στὴ ματωμένη γῆ μὲ στεναγμὸ ποὺ φαινόταν ὅτι ἦταν μᾶλλον στεναγμὸς ἀνακουφίσεως παρὰ πόνου.
Ἡ γαλλικὴ περίπολος παρακολουθοῦσε τὰ γεγονότα. Οἱ ἄνδρες ποὺ τὴν ἀποτελοῦσαν, εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τὰ ροῦχα τους καὶ ἔτρεμαν, χωρὶς ὑπερβολή, ἀπὸ τὴν ἀγανάκτηση καὶ ἤθελαν νὰ ἐπέμβουν!
Ὁ ἐπικεφαλῆς, ὅμως, ἀξιωματικός, μὲ τὸ περίστροφο στὸ χέρι, ἀκολουθοῦσε τὶς διαταγὲς ποὺ τοὺς εἶχαν δοθεῖ καὶ τοὺς ἐμπόδισε νὰ κάνουν ὁποιαδήποτε κίνηση. Λίγο πιὸ πέρα, τὸν ἀποτελειώνουν…

«Ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ μου, θὰ ὑπηρετήσω τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ Γένος, καὶ ἡ Μίτρα, τὴν ὁποία αἱ ἅγιαι χεῖρές σου ἐναπέθεσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου, ἐὰν πέπρωται να ἀπολέσῃ ποτὲ τὴν λαμπηδόνα τῶν λίθων της, θὰ μεταβληθῇ εἰς ἀκάνθινον στέφανον μάρτυρος Ἱεράρχου…»

(Ἀπευθυνόμενος στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ΄, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας του σὲ Μητροπολίτη Δράμας, τὸ Μάϊο τοῦ 1902)

Ἔτσι καὶ ἔγινε!

Ἅγιε καὶ μαρτυρικὲ Ἱεράρχα, πρέσβευε στὸν Κύριο καὶ Θεὸ μας, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους μας!


Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Δὲ θὰ Σὲ ἀρνηθῶ, Χριστέ μου !

Δὲ θὰ Σὲ ἀρνηθῶ, Χριστέ μου !



Στὴν Καμπότζη (χώρα τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, ὁποία συνορεύει μὲ τὴν Ταϊλάνδη, τὸ Λάος καὶ τὸ Βιετνάμ), μερικοὶ Χριστιανοὶ εἶχαν συγκεντρωθεῖ, σἕνα ναὸ ὑποτυπώδη, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Δὲν πρόλαβαν καλὰ-καλὰ νὰ ἀρχίσουν καὶ ὁ ναὸς βρέθηκε περικυκλωμένος ἀπὸ μουσουλμάνους στρατιῶτες. Προχώρησαν μέσα στὸ ναὸ καὶ ξεκρέμασαν ἀπὸ τὸν τοῖχο μιὰ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία πέταξαν μὲ περιφρόνηση κάπου κοντὰ στὴν εἴσοδό του.

Μιὰ δυνατὴ φωνὴ ἀντήχησε στὸν ἱερὸ ἐκεῖνο χῶρο, ποὺ σκόρπιζε τὸν τρόμο:

- Ὅποιος θέλει νὰ βγεῖ ζωντανὸς ἀπὸδῶ μέσα, μόνο ἕνας τρόπος ὑπάρχει: νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ φτύσει τὴν εἰκόνα Του. Διαφορετικὰ, θὰ τουφεκισθεῖ τὴν ἴδια στιγμή.

Τὸ δίλημμα ἦταν τρομερὸ καὶ περιθώρια ἐκλογῆς δὲν ὑπῆρχαν. Καὶ ἡ ἄθεη ἐξουσία δὲν ἀστειευόταν. Συχνὰ εἶχε δείξει τὸ ἀποτρόπαιο πρόσωπό της. Ἀλλὰ καὶ ὁ συμβιβασμὸς εἶναι πάντα ἑλκυστικὸς καὶ ὁ πειρασμὸς μεγάλος. Τί θὰ κάνουν; Θὰ ὁμολογήσουν ἢ θὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό;

ἕνας ἦταν ἀρραβωνιασμένος καὶ σὲ λίγες ἡμέρες ἐπρόκειτο νὰ παντρευτεῖ. Ἀξίζει νὰ θυσιασθεῖ καὶ νὰ σβήσουν τὰ ὄνειρά του καὶ οἱ ὄμορφες προσδοκίες του; Ὁ δεύτερος σκεπτόταν τὸ σπίτι του, τὴν οἰκογένειά του, τὴ γυναίκα του, τὰ παιδιά του… Ὁ τρίτος , ὁ τέταρτος, ὁ πέμπτος, ὅλοι κάτι καὶ κάποιον εἶχαν νὰ σκεφθοῦν. Κέρινες καρδιὲς ποὺ ἄρχισαν κιόλας νὰ λιώνουν μέσα στὸ καμίνι τῆς δοκιμασίας. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «ὁ φιλῶν… ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10:37), εἶχαν κιόλας ἀτονίσει μέσα τους.

Ἔτσι, ἕνας-ἕνας προχώρησε μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι καὶ πιὸ πολὺ μὲ σκυμμένη καὶ ντροπιασμένη τὴν ψυχή. Δὲν ἦταν πορεία μελλοθανάτων, ἦταν νεκρικὴ πομπὴ ἀρνητῶν, ποὺ ἐπορεύετο μὲ στιγματισμένο μέτωπο, γιὰ νὰ θάψει τὴ νεκρή της πίστη. Ἔφθασαν στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἔφτυσαν καὶ βγῆκαν ἔξω ζωντανοί. Ζωντανοί, ἀλλὰ νεκροί. «Ὄνομα ἔχουν ὅτι ζοῦν καὶ νεκροὶ εἶναι» (πρβλ. Ἀποκ. 3:1), κατὰ τὸ θεόπνευστο βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Γιατί ποιὰ ζωὴ μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἀρνητὴς καὶ ὁ προδότης;

Καὶ τελευταία ἔμεινε μιὰ νεαρὴ κοπέλα, δεκαπέντε-δεκαέξι ἐτῶν, πο ἀγάπη της γιὰ τὸν Χριστὸ τῆς ἔφερε στὴ μνήμη τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τὶς ἠμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις στενοχωρία διωγμὸς λιμὸς γυμνότης κίνδυνος μάχαιρα(Ρωμ. 8:35). Τίποτε ἀπολύτως!

Οἱ στρατιῶτες δὲν εἶχαν καμιὰ ἀμφιβολία. «Καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο θὰ κάνει», ἐσκέφθηκαν. «Λύγισαν οἱ μεγάλοι, δὲ θὰ λυγίσει ἡ μικρή;» Κι ὅμως ἔμειναν κατάπληκτοι ἀπὸ τὴ στάση της. Ἀτάραχη ἐκείνη πλησίασε τὴν εἰκόνα. Τὰ μάτια της βούρκωσαν, ὅταν ἀτένισε τὸν Ἀρχηγὸ τῆς πίστεώς της μὲ τὰ φτυσίματα τῆς προδοσίας τῶν δειλῶν. Γονάτισε. Πῆρε τὴν εἰκόνα στὰ χέρια της. Τὴ σκούπισε, τὴν ἀσπάσθηκε εὐλαβικὰ ἐνῶ τὰ χείλη της ψιθύριζαν:

- Δὲ θὰ Σὲ ἀρνηθῶ, Χριστέ μου!

Οἱ στρατιῶτες πρόταξαν τὰ ὅπλα. Μία ὁμοβροντία ἦλθε νὰ αἱματοκυλίσει τὸ γενναῖο κορίτσι καὶ νὰ τὸ προσθέσει στὴ χορεία τῶν Μαρτύρων. Στολισμένη τώρα πιὰ μὲ τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου προβάλλει ἐνώπιόν μας.

Ἐμεῖς ἄραγε, θὰ κάναμε τὸ ἴδιο στὴ θέση της;


Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου «Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ πορεία» (Πειραιᾶς 2011, σελίδα 284).