Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναχισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Ἡ Ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς ἀκτημοσύνης

Ἡ Ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς ἀκτημοσύνης



Τὸν πατέρα Γαβριήλ, τὸν πνευματικό τῆς Μονῆς Γηροκομείου Πατρών, τὸν ἐπισκέφθηκε ἕνας φτωχόπαπας ἀπὸ τὴ Ρούμελη.

Ἦταν κατοχή· τοῦ μίλησε γιὰ τὴ συμφορὰ τοῦ χωριοῦ του ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὶς πυρπολήσεις. Ἀλλὰ ὁ πατὴρ Γαβριὴλ δὲν εἶχε τίποτα, μὰ τίποτα νὰ τοῦ δώσει.

Νἄφευγε πάλι ἔτσι, τοὐρχόταν ἄσχημα. Ἄνοιξε τὸ μπαοῦλο ποὔχε δίπλα στὸ κρεβάτι του, ἔβγαλε τὰ ὡραῖα λευκὰ ἄμφιά του, τὰ μόνα ποὺ εἶχε, καὶ τἄδωσε στὸν παπά.

- Γέροντα, τί ἔκαμες; ρώτησε ὁ ἡγούμενος Ἀρτέμιος σὰν τόμαθε. Μὲ τί θὰ λειτουργεῖς τώρα;

- Ἄ! δὲ θὰ ξανασηκωθῶ τώρα, πιά, ἀπάντησε ἤρεμα ὁ Γέροντας. Δὲ θὰ ξαναλειτουργήσω. Μὴν ἀνησυχεῖς, ἡγούμενε.

- Μὰ καλά. Κι ἂν πεθάνεις, τὸν ἀντίκοψε, μὲ τί ἄμφια θὰ σὲ σαβανώσουμε;

Κάρφωσε τὰ μάτια συγχυσμένος ὁ Γέροντας. Δὲν τόχε σκεφτεῖ αὐτό. Εἶχε ξεχάσει πὼς τὰ ἄμφια αὐτὰ θὰ ἦταν ἡ μοναδικὴ περιουσία, ποὺ θάπαιρνε στὸ τελευταῖο του ταξίδι. Μὰ νὰ τώρα εἶχε κι ἀπ’ αὐτὴν ἀποχωρισθεῖ. Σάστισε, περιῆλθε σὲ ἀμηχανία, μὰ ἔπειτα ἀπὸ λίγο εἶπε σταθερά:

- Λὲς νὰ μὴ μὲ γνωρίσει ὁ Θεός, ἡγούμενε, πὼς εἶμαι ἱερέας, ἂν δὲν φορῶ τὰ ἄμφιά μου; Ἐγώ σοῦ λέω ὅτι θὰ μὲ γνωρίσει! Ἄς πάω, λοιπόν, ἔτσι μὲ τὸ μαυρόρασο.

Κι ἔφυγε γιὰ τὶςσκηνὲς τῶν ἁγίων μὲ τὸ τριμμένο μαυρόρασο. Τὸ μοναδικό του κτῆμα ἐδῶ στὴ γῆ.


Πηγή: Τὸ βιβλίο τοῦ Κωνσταντίνου Κούρκουλα «…Καὶ Ἰδοὺ Ζῶμεν…».


Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Ὁ διάβολος φοβᾶται τὸ κομποσχοίνι!

Ὁ διάβολος φοβᾶται τὸ κομποσχοίνι!



Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὸ Γεροντικὸ τοῦ Ἁγίου Ὅρους» (ἐκδόσεις Ἄθως, Ἀθήνα 2009, σελίδα 138).


Στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, ὁ μοναχὸς Προκόπιος, ἀπὸ τὴν Καλύβα «Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου», εἶχε μεγάλη ἐπιθυμία νὰ μάθει μουσικὰ, γιὰ νὰ δοξολογεῖ κι ἐκεῖνος τὸ Θεό, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοί.

Ἐπειδὴ, ὅμως, ἦταν λίγο παράφωνος, οἱ πατέρες ἀπέφευγαν νὰ τὸν διδάξουν. Ὁ ἀδελφὸς Προκόπιος εἶχε χάρισμα ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ λέει ἀκατάπαυστα τὴν εὐχή: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν μὲ τὸν ἁμαρτωλόν», καὶ στὸ ἀριστερό του χέρι κρατοῦσε πάντα τὸ κομποσχοίνι, ποὺ ποτὲ δὲν ἀποχωριζόταν.

Μιὰ μέρα, ἦταν πολὺ λυπημένος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ κανέναν γιὰ νὰ τὸν μάθει μουσικὴ καὶ συλλογιζόμενος αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἀπὸ τὴν πολλὴ του λύπη, εἶχε σταματήσει νὰ λέει τὴν εὐχή.

Ξαφνικά, παρουσιάζεται μπροστά του ἕνας σεβάσμιος, ἀλλὰ ἄγνωστος σ’ αὐτὸν, γέροντας:

-         Ἀδελφὲ Προκόπιε, τί ἔχεις κι εἶσαι τόσο λυπημένος; Τί σὲ ἀπασχολεῖ;

-         Τί νὰ ἔχω, γέροντα; Νά, θέλω κι ἐγὼ νὰ μάθω λίγα μουσικὰ καὶ δὲ βρίσκεται κανένας νὰ μὲ μάθει, γιατί μοῦ λένε πὼς εἶμαι λίγο φάλτσος.

-         Γι’ αὐτὸ κάθεσαι καὶ στενοχωριέσαι, καημένε; Ἐγὼ θὰ σὲ μάθω μουσικὰ καὶ θὰ σὲ κάνω τὸν καλύτερο ψάλτη τοῦ Ἁγίου Ὅρους· θὰ κελαηδᾷς σὰν τὸ καλύτερο ἀηδόνι! Ἀλλὰ θέλω κι ἐσὺ νὰ μοῦ κάνεις μιὰ χάρη...

-         Τί ζητᾷς ἀπὸ μένα; Θέλεις νὰ σὲ πληρώσω; Θὰ σοῦ δώσω ὅ, τι θέλεις!

-         Ἡ πληρωμὴ ἡ δική μου εἶναι νὰ πετάξεις ἀπὸ τὰ χέρια σου αὐτὸ ποὺ λέτε κομποσχοίνι καὶ νὰ πάψεις νὰ λὲς αὐτὸ ποὺ λέτε εὐχὴ. Καὶ θὰ σὲ μάθω ὅ, τι θέλεις!

Ὁ μοναχὸς Προκόπιος, ἅμα ἄκουσε αὐτά, κατάλαβε πὼς ὁ φαινόμενος δὲν ἦταν μοναχός, ἀλλὰ παμπόνηρος δαίμονας, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν κάνει νὰ σταματήσει τὴν προσευχή.

Ἔκαμε ἀμέσως τὸ σταυρό του καὶ εἶπε:

-         Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ παμπόνηρε· δὲ μοῦ χρειάζονται τὰ μουσικά σου καὶ οἱ πονηριὲς καὶ οἱ καλοσύνες σου!

Τότε, ὁ δαίμονας ἔγινε ἄφαντος.

Ἀπ’ αὐτὸ μαθαίνουμε πόσο φοβᾶται ὁ Διάβολος τὸ κομποσχοίνι, γιὰ τὸ ὁποῖο καλὰ λένε οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι τὸ ὅπλο τοῦ χριστιανοῦ κατὰ τοῦ Διαβόλου, καὶ τὴν εὐχή, ἡ ὁποία καίει τὸν Δαίμονα.

Ἐνῷ τοὺς ψάλτες δὲν τοὺς φοβᾶται τόσο καὶ δὲν τοὺς ὑπολογίζει, γιατί εὔκολα μὲ τὸ ψάλσιμο ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ πέφτουν στὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν ὑπερηφάνεια!