Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καινὴ Διαθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καινὴ Διαθήκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Σχόλια στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου (Λουκ. 10:25-37)

Σχόλια στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου (Λουκ. 10:25-37)



…Ἔχει σημασία ὅτι τόσο ὁ ἱερέας ὅσο καὶ ὁ λευίτης πλησίασαν πολὺ κοντά· ἔβγαλαν ἔτσι τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν νεκρός, καὶ στὴ συνέχεια ἀπομακρύνθηκαν βιαστικά.

Ὁ Νόμος ὅριζε μὲ σαφήνεια: «Ἐκεῖνος ποὺ θ’ ἀγγίξει στὴν πεδιάδα ἄνθρωπο ποὺ σκοτώθηκε ἢ πέθανε φυσιολογικά, ὀστό ἢ μνῆμα, θὰ εἶναι ἀκάθαρτος γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες» (Ἀρ. 19:16).

Ἐὰν λοιπὸν ὁ λευίτης καὶ ὁ ἱερέας ἄγγιζαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ νόμιζαν νεκρό, ἐὰν ἀκουμποῦσαν τὸ χέρι τους πάνω του, ἀμέσως θὰ γίνονταν ἀκάθαρτοι. Καὶ ἡ εὐθύνη τους θὰ ἦταν ἀκόμη μεγαλύτερη, ἀφοῦ ἀνῆκαν στὴν ἱερατικὴ τάξη καὶ γνώριζαν τὸν Νόμο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τονίζει ὅτι εἶδαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν γρήγορα.

Ὁ Σαμαρείτης ἀντίθετα «ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν» - ἦρθε ψάχνοντας νὰ τὸν βρεῖ, τὸν ἀναζητοῦσε καὶ τὸν βρῆκε... Ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του φαίνεται ὅτι ὁ Σαμαρείτης αὐτὸς δὲν φοβόταν τὸν θάνατο καὶ οἱ διατάξεις τοῦ Νόμου δὲν τὸν δέσμευαν. Καὶ αὐτὸ δὲν ἦταν συνέπεια μόνο τῆς καταγωγῆς του, μιᾶς καὶ τὸν θάνατο τὸν φοβοῦνταν καὶ οἱ Σαμαρεῖτες καὶ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου τὶς σέβονταν καὶ αὐτοί.

...Σήμερα, νομίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς βρίσκει μιὰ ὄμορφη ἱστορία γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν ἀναισθησία τῶν κληρικῶν τῆς ἐποχῆς του... Ὡστόσο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ δείξει μὲ θεωρίες τὴ "σωστὴ συμπεριφορά"... Οἱ ἄνθρωποι εἶναι αἰχμάλωτοι τοῦ θανάτου καὶ ζοῦν κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο του. Ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ τοὺς ἐλευθερώσει ἂπ’ αὐτόν. Καὶ τὸ ἔκανε μὲ τὸ νὰ λάβει πάνω του τὸ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ κάθε τί ἀνθρώπινο... Πρὶν ἔλθει ὁ Χριστὸς δὲν εἴχαμε ἀνθρώπους πλησίον... γιατί ἤμασταν ὅλοι αἰχμάλωτοι τοῦ θανάτου.

Ὁ ἱερέας καὶ ὁ λευίτης ποὺ πλησίασαν τὸν μισοπεθαμένο ἄνθρωπο, δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τίποτε περισσότερο. Ἦταν καὶ οἱ δυὸ σὰν τὸν ἐμπεσόντα στοὺς ληστές: ἀδύναμοι καὶ μισοπεθαμένοι... Ἀνέλαβαν νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀνθρώπους στὰ πλαίσια τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, δηλ. νὰ τοὺς πλησιάζουν καὶ νὰ διαπιστώνουν τὴν κατάστασή τους (ὅπως πλησίασαν τὸν τραυματισμένο τῆς παραβολῆς) καὶ νὰ τοὺς γνωρίζουν γιὰ ποιὸ λόγο ἔφτασαν στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου. Πιὸ κοντὰ δὲν μποροῦσαν νὰ πᾶνε. Πλησίον δὲν μποροῦσαν νὰ γίνουν. Ὁ ἴδιος θάνατος τοὺς ἀγκάλιαζε (αὐτὸ σήμαινε τὸ ὅτι θὰ γίνονταν ἀκάθαρτοι).

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἱερέας καὶ ὁ λευίτης εἶναι οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὶς τοιχογραφίες ποὺ εἰκονίζουν τὴν παραβολή, στὴ θέση τοῦ ἱερέα καὶ τοῦ λευίτη ἱστοροῦνται ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, οἱ δυὸ μεγαλύτερες προσωπικότητες πρὸ Χριστοῦ, αὐτοὶ ποὺ κήρυξαν μὲ τὸν Νόμο καὶ τὴ μαρτυρία τους τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ ποὺ θὰ σώσει τὸν κόσμο.

Ἐὰν ὁ Χριστὸς ἀναφέρει τὸν ἱερέα καὶ τὸν λευίτη... τὸ κάνει γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἦταν τόσο βαριὰ τραυματισμένος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν οὔτε οἱ ἁγιότεροι τῶν ἀνθρώπων, αὐτοὶ ποὺ ἦταν ταγμένοι στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ.

Ἕνα τροπάριο λέει πὼς οὔτε ὁ ἱερέας «ὁ πρὸ τοῦ Νόμου προσέσχεν αὐτῶ», οὔτε ὁ λευίτης «μετὰ τὸν Νόμον ἐπεῖδεν αὐτόν», ἀλλὰ μόνο ὁ Χριστός, «ὁ παραγενόμενος Θεός».

Σαμαρείτης, λοιπὸν, εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ παίρνει τὸ ὄνομα τοῦ Σαμαρείτη στὴν παραβολὴ, γιατί ταιριάζει πιὸ πολὺ στὶς ἀνάγκες τῶν Ἰουδαίων, γιὰ νὰ κατανοήσουν τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

«Ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος» - ἀνεβάζοντάς τον στὸ δικό του ὑποζύγιο. Ὁ Θεὸς ἀνέλαβε τὴν τραυματισμένη κι ἑτοιμοθάνατη φύση μας γιὰ νὰ τὴν θεραπεύσει καὶ νὰ τὴν ἀναστήσει. Γι’ αὐτὸ τὰ Χριστούγεννα θ’ ἀκούσουμε τὸν προφήτη νὰ λέει γιὰ τὸν Χριστό: «οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ» (Ἠσ. 9:6) - ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, φάνηκε ὅταν μᾶς πῆρε πάνω στὸν ὦμο Του, πάνω στὶς πλάτες Του, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ Βασιλεία Του.

«Λῃσταῖς λογισμοῖς, περιπεσὼν ὁ Ἀδάμ, ἐκλάπη τὸν νοῦν, τραυματισθεὶς τὴν ψυχήν, καὶ ἔκειτο γυμνὸς ἀντιλήψεως, οὔτε Ἱερεὺς ὁ πρὸ τοῦ νόμου προσέσχεν αὐτῷ, οὔτε Λευΐτης μετὰ νόμον ἐπεῖδεν αὐτόν, εἰμὴ σὺ ὁ παραγενόμενος Θεός, οὐκ ἐκ Σαμαρείας, ἀλλ΄ ἐκ τῆς Θεοτόκου, Κύριε δόξα σοι» (Ἰδιόμελον Ἀποστίχων Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς Δ΄ Νηστειῶν. Ποίημα Στεφάνου. Ἦχος πλ. β΄).

Οἱ παραβολὲς μόνο χριστολογικὴ προσέγγιση μποροῦν νὰ ἔχουν κι ὄχι ἠθικολογική, ὅπως ὅλη ἡ Βίβλος ἐξάλλου.


Ὑάκινθος


*Σημ. Π.Κ.: Ἡ ανωτέρω ανάλυση τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου, βασίζεται στὴν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου  («Ὁμιλία εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς. Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ»).




Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Το πιο αξιόπιστο βιβλίο στον κόσμο !!!

Το πιο αξιόπιστο βιβλίο στον κόσμο !!!



Για το Θεό σού μίλησαν κάποτε οι γονείς σου, ο δάσκαλός σου ή και μόνον ο εαυτός σου, που τώρα σου ζητάει μια προσωπική γνωριμία μαζί Του. Πόσα πολλά έχεις να Του πεις… να Τον ρωτήσεις!

Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος, ήρθε στη γη μας…

Τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό τον συναντάς στην Εκκλησία Του, με τη μετοχή στ’ αγιαστικά της Μυστήρια, την προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μ’ ακούς να σου το λέω. Και δεν είναι η πρώτη φορά που σ’ ακούω να μου λες:

-Ποιος με βεβαιώνει ότι η Καινή Διαθήκη γράφει απαραχάρακτη κι ανόθευτη την αλήθεια για το Χριστό;

-Τι αποδεικνύει την εγκυρότητα των πληροφοριών της;

-Αποκλείεται οι συγγραφείς της να περιέλαβαν στις διηγήσεις τους εξωπραγματικά στοιχεία, για να ενισχύσουν την πίστη των συγχρόνων τους και να ισχυροποιήσουν τη θέση της Εκκλησίας;

Η υπόθεση μοιάζει λογική, αποδεικνύεται όμως απίθανη, αν λάβουμε υπόψη ότι :

α) Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης κυκλοφορούν αρχικά και στις περιοχές που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που ιστορούν και έχουν μεγάλη χρονική εγγύτητα με αυτά. Γράφονται κατά το δεύτερο μισό του πρώτου αιώνα (50-100 μ.Χ.). Η ανακάλυψη, μάλιστα, κάποιων παπύρων αποδεικνύει ότι το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο γράφτηκε ακόμη νωρίτερα, πριν το 50 μ.Χ., δεκαεπτά χρόνια περίπου μετά την Ανάσταση του Κυρίου.

β) Οι αναγνώστες τους ήταν σίγουρα και άνθρωποι που άκουσαν τη διδασκαλία Του και είδαν τα θαύματά Του, άρα είχαν προσωπική αντίληψη και γνώμη γι’ αυτά. Θα διέκριναν, επομένως, και την ελάχιστη παραποίηση της αλήθειας, με συνέπεια να δυσπιστήσουν σ’ όλες τις υπόλοιπες αγιογραφικές μαρτυρίες, στο θεσμό της Εκκλησίας και φυσικά στο πρόσωπο του Αρχηγού της.

γ) Τα 25 από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι έργα συγγραφέων που γνώρισαν προσωπικά τον Κύριο. Τον πίστεψαν βαθιά, Τον αγάπησαν δυνατά και Τον ομολόγησαν ενώπιον των εχθρών Του, υπογράφοντας, οι περισσότεροι, την ομολογία τους με το αίμα τους. Θα το έκαναν, αν δεν ήταν απόλυτα βέβαιοι για την αλήθεια που μαρτυρούσαν; Ποιος πεθαίνει για κάτι που ξέρει ότι είναι ψέμα;

δ) Αρκετά από τα στοιχεία που μας δίνουν για τη δράση του Κυρίου επιβεβαιώνονται από εξωχριστιανικές μαρτυρίες, συγχρόνων Του Ιουδαίων και εθνικών ιστορικών.

ε) Η ειλικρίνεια των συγγραφέων διαφαίνεται και στο ότι δεν παραλείπουν να γράψουν για αδυναμίες τους, όπως και για τους ελέγχους, που κάποτε δέχονταν από τον Διδάσκαλό τους. Επίσης, τα γεγονότα της Ιερής Ιστορίας δεν τα αναφέρουν όλοι κατά τρόπο πανομοιότυπο, αλλά ό,τι ο καθένας θεωρεί σημαντικότερο. Αυτό το στοιχείο, όπως και οι μικροδιαφορές σε λεπτομερειακά στοιχεία της διηγήσεώς τους, αποδεικνύει ότι γράφουν χωρίς καμία μεταξύ τους προηγούμενη συνεννόηση για παραποίηση των στοιχείων.

στ) Μεταξύ 2ου και 4ου αιώνα συγγράφονται και κυκλοφορούν κείμενα που συμπληρώνουν κενά των ευαγγελικών διηγήσεων με πληροφορίες ανακριβείς ή και ψευδής. Οι συγγραφείς τους, αιρετικοί κατά κανόνα, για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των αναγνωστών χρησιμοποιούν το όνομα κάποιου μαθητού του Κυρίου. Έτσι προέκυψαν τα λεγόμενα απόκρυφα ή ψευδεπίγραφα Ευαγγέλια. Η Εκκλησία τα απέκλεισε από τις πηγές της διδασκαλίας της, διότι φυσικά δεν ήθελε να στηριχθεί σε ψευδείς μαρτυρίες.


-Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης έγραψαν την αλήθεια. Είμαστε, όμως, βέβαιοι πως εμείς διαβάζουμε αναλλοίωτα όσα εκείνοι έγραψαν;

Η γνησιότητα του κειμένου της Καινής Διαθήκης πιστοποιείται από τη χειρόγραφη παράδοση :

α) Από το πλήθος των χειρογράφων. Ο αριθμός τους είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των κωδίκων, που διασώζουν έργα οποιουδήποτε άλλου συγγραφέως των κλασσικών χρόνων. Για την Ιλιάδα του Ομήρου σώζονται 643 κώδικες, 8 για την ιστορία του Θουκυδίδη και 500 για τα έργα του Ορατίου, ενώ για το κείμενο της Καινής Διαθήκης υπάρχουν περισσότεροι από 4.000 κώδικες.

β) Από την αρχαιότητα αυτών των χειρογράφων. Την ιστορία του Θουκυδίδη (5ος αιώνας π.Χ.) και τα Ομηρικά Έπη (8ος αιώνας π.Χ.) τα διαβάζουμε από χειρόγραφα που χρονολογούνται τον 10ο αιώνα μ.Χ. Οι αρχαιότεροι κώδικες που διασώζουν τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι του 4ου αιώνα, ο Σιναϊτικός και ο Βατικανός, και του 5ου ο Αλεξανδρινός. Απέχουν δηλαδή 3-4 αιώνες περίπου από το χρόνο συγγραφής των πρωτοτύπων κειμένων (50-90 μ.Χ.). Έχει, επίσης, βρεθεί και ο Πάπυρος 52 που περιέχει τμήμα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου και χρονολογείται λίγες δεκάδες χρόνια μετά από τη συγγραφή του.

Είπαν ότι «σύμφωνα με επιστημονικές μαρτυρίες η Καινή Διαθήκη είναι το πιο αξιόπιστο βιβλίο σ’ ολόκληρο τον κόσμο». Κι ακόμη πως «οι άνθρωποι δεν μπορούν να επινοήσουν περισσότερα ερωτήματα απ’ όσες απαντήσεις υπάρχουν στην Αγία Γραφή…» (π. Ιουστίνος Πόποβιτς).

Μελετώντας την μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη στην κρυμμένη κάτω απ’ τις λέξεις της σοφία του Θεού και ζητώντας το φωτισμό Του, θα νιώθεις να σου δίνει απαντήσεις προσωπικές σε όλα σου τα ερωτήματα.

Και… θα πιστεύεις δυνατά στο Χριστό, όχι μόνο γιατί εμείς σου μιλήσαμε για Εκείνον, αλλά γιατί εσύ μόνος Τον γνώρισες προσωπικά και Τον άκουσες να σου μιλά…


Πηγή: Περιοδικό «ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ», τεύχος 719, Ιανουάριος 2010, σελ. 6-7, έκδοση Αδελφότητας Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ».