Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχωφελεῖς ἱστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχωφελεῖς ἱστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Ἀπάντηση ἀπό τόν οὐρανό

πάντηση πό τόν ορανό



Παντελεήμονος, Μητροπολίτου Χίου.


- Δέν βαριέσαι, καϋμένε παπα-Μιχάλη, δ εναι κόλαση, δ εναι καί παράδεισος. λα τά λλα εναι λόγια, επε νας πό τήν παρέα.

παπα-Μιχάλης στενοχωρήθηκε.
- Μή λές, καπετάνιε μου, τέτοιες κουβέντες. λλοίμονο στόν κόσμο, ν χανε κι ατη τήν λπίδα. γώ τουλάχιστον, φ’ του Κωνσταντία μου πέταξε σάν πουλάκι πό ατόν τόν κόσμο, μ’ ατήν τήν λπίδα ζ: τι ζ στούς ορανούς. Εχε τόσο ραα, τόσο λεπτή ψυχή!

Καί τόν πρε τόση συγκίνηση, πού βγαλε τό μαντήλι κι ρχισε νά κλαί. Συγκινήθηκαν κι λοι ο λλοι.
- Συζητομε πλς, παπα-Μιχάλη. Μή τά παίρνεις καί λα τος μετρητος.

ν τ μεταξύ φτασε τό μεσημέρι καί τράβηξαν λοι γιά τά σπίτια τους. παπς δεν βαλε τίποτε στό στόμα του. πγε μέσως καί ξάπλωσε στό κρεβάτι του. Καί τον πρε νας πνος γλυκός καί ρεμος. Τί ετυχία, πού τόν βρκε!


βλεπε τι νέβαινε πρός τό κοιμητήριο. ταν ζύγωσε, ρίγη πέρασαν τό κορμί του! νάμεσα στά λουλούδια το τάφου της, εδε τήν κόρη του! Φοροσε να λάσπρο φόρεμα κι λαμπε τό πρόσωπό της.

- Παιδί μου, παιδί μου, πς περνς;

κείνη χαμογέλασε στοργικά καί επε:
- ! Εμαι πολύ καλά, πατέρα μου. Περν πολύ καλά. Τά δρα σου, σα μο στειλες ς σήμερα, λα τά λαβα. Σε εχαριστ πολύ. λαβα καί τό ψάρι, πού μο στειλε θεος Κωστς. Εχαρίστησέ τον κ μέρους μου.

Τήν δια στιγμή ξύπνησε πατέρας γεμάτος χαρά, πού εδε τόσο ετυχισμένη τήν κόρη του. Ντύθηκε βιαστικά κι πγε στο καπετάν Κωστ τό σπίτι.

- Σέ καλό σου, παπ, τέτοια ρα!

Κι
παπς τόν ρώτησε:
- Γιά πές μου, βρέ Κωστ, κανες τίποτα σύ γιά τήν Κωνσταντία, τήν κόρη μου;

καπετάνιος τόν κύτταξε περίεργα καί το επε:
- χι, δέν θυμμαι τίποτε. Γιατί, τι τρέχει;

παπς μέ βουρκωμένα τά μάτια το διηγήθηκε τό νειρο.

- Κωνσταντία μο επε νρθ νά σέ εχαριστήσω γιά τό ψάρι, πού τς στειλες.

κενος ρχισε νά σταυροκοπιέται νατριχιασμένος.

- Χριστέ μου! Παναγιά μου! Τι θαμα εναι τοτο! Τώρα θυμμαι καλά. ταν γύρισα στό σπίτι πό τήν κηδεία τς Κωνσταντίας, ερκα να τακτικό ψαρά, πού μο φερνε πάντα ψάρια. Εχε φέρει μιά συναγρίδα μεγάλη. Μά γώ δεν εχα καμμιά ρεξη γιά φαϊ, καί το επα: «Δέν θέλω τίποτα, βρέ παιδί μου, σήμερα». Τό παλληκάρι κίνησε νά φύγ. Μά, μετάνιωσα καί το φώναξα πάλι: «λα 'δ. Πόσο κάνει τό ψάρι;» Μο επε τήν τιμή. Κι γώ βγαλα καί τό πλήρωσα. Καί το επα: «Δός το σ' να φτωχό σπίτι νά φνε γιά συχώριο τς Κωνσταντίας».

Κι πλοϊκός καπετάνιος ρχισε πάλι νά σταυροκοπιέται καί νά παναλαμβάν:
- Χριστέ μου! Παναγιά μου! Τι θαμα εναι ατό!

παπς ρχισε κι κενος νά κλαί. πειτα, μαζί καί ο δύο βρήκαν τήν παρέα καί τούς διηγήθηκαν λο τό περιστατικό. Κοιτάχθηκαν λοι μεταξύ τους. Κι νας επε      σ’ ατόν πού δέν θελε νά πιστέψ στήν θανασία τς ψυχς:
- Τήν πάντηση τήν πήρες πό τόν ορανό. Τί λες τώρα;  κενος σκυψε τό κεφάλι καί κανε τόν σταυρό του.


Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Το «θαύμα» του φακίρη και η Ευχή του Ιησού

Το «θαύμα» του φακίρη και η Ευχή του Ιησού



Ο αυτόπτης μάρτυς και αφηγητής του κατωτέρω περιστατικού, αρχιμανδρίτης Νικόλαος Ντρομπιάζγκιν, είναι ένας από τους πολλούς νεομάρτυρες κληρικούς της επαναστατικής περιόδου της Ρωσίας. Στην κοσμική του ζωή, είχε μια λαμπρή σταδιοδρομία σαν αντιπλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού και παράλληλα αναμίχθηκε βαθιά μέσα στον αποκρυφισμό, εκδίδοντας το αποκρυφιστικό περιοδικό «Ρέμπους».

Μετά τη σωτηρία του από σχεδόν βέβαιο θάνατο στη θάλασσα, δια θαύματος του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ, πραγματοποίησε  προσκύνημα στο Σαρώφ και στη συνέχεια απαρνήθηκε την κοσμική του καριέρα και τους δεσμούς του με τον αποκρυφισμό και έγινε μοναχός. Χειροτονήθηκε Ιερεύς και υπηρέτησε   ως Ιεραπόστολος στην Κίνα, την Ινδία και το Θιβέτ, ως εφημέριος σε διαφόρους ναούς πρεσβειών και ως ηγούμενος μερικών μονών. Μετά το 1914, έζησε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Στους νέους που τον επισκέπτονταν εκεί, μιλούσε συνεχώς για την επίδραση του αποκρυφισμού στα διαδραματιζόμενα, τότε, στην πολιτική σκηνή της Ρωσίας. 

Το φθινόπωρο του 1924, ένα μήνα αφού δέχθηκε την επίσκεψη κάποιου κυρίου ονόματι Τονχόλξ, συγγραφέως βιβλίου με τίτλο «Μαύρη Μαγεία», δολοφονήθηκε στο κελί του «από αγνώστους», με την φανερή ανοχή των Μπολσεβίκων. Το όργανο του εγκλήματος, ήταν ένα μαχαίρι με ειδική λαβή σε σχήμα συμβόλου αποκρυφιστικής σημασίας.

Το περιστατικό που μας αφηγείται εδώ ο  π. Νικόλαος, αποκαλύπτει την πραγματική φύση των πνευματιστικών φαινομένων που συναντά κανείς στις διάφορες ανατολικές θρησκείες. Έλαβε χώρα λίγο πριν από το 1900, κατεγράφη γύρω στο 1922, από τον ιατρό Α. Π. Τιμοφέγιεβιτς και δημοσιεύτηκε από τον ίδιο, σε ρωσικό περιοδικό της διασποράς («Ορθόδοξος Ζωή», 1956, αρ.1).



«Ένα θαυμάσιο τροπικό πρωινό, το πλοίο μας έσχιζε τα νερά του Ινδικού Ωκεανού, πλησιάζοντας τη νήσο Κεϋλάνη. Τα ζωηρά πρόσωπα των, κατά κύριο λόγο, Άγγλων επιβατών, που ταξίδευαν οικογενειακώς για υπηρεσία ή για δουλειές στην Ινδική αποικία τους, ήταν στραμμένα με λαχτάρα προς το βάθος του ορίζοντα, αναζητώντας με τη ματιά, το μαγεμένο νησί, που σχεδόν για όλους ήταν συνδεδεμένο, από  τα παιδικά χρόνια, με τις τόσες ενδιαφέρουσες και μυστηριώδεις ιστορίες και περιγραφές των περιηγητών.

Το νησί, μόλις που διακρινόταν ακόμη. Με κάθε καινούργια πνοή του ανέμου, μια λεπτή, μεθυστική ευωδία από δάση, άρχισε να τυλίγει όλο και περισσότερο το πλοίο. Τελικά, μια μακρόστενη μπλε σιλουέτα φάνηκε ξαπλωμένη στον ορίζοντα. Οι διαστάσεις της μεγάλωναν διαρκώς, καθώς το πλοίο πλησίαζε γοργά. Ήδη μπορούσε κανείς να διακρίνει τα διάσπαρτα στην παραλία κτίρια, θαμμένα μέσα στο πράσινο των μεγαλοπρεπών φοινίκων και το πολύχρωμο πλήθος των εντοπίων, που περίμεναν  την άφιξη του πλοίου.

Κατά το ταξίδι, οι επιβάτες είχαν γνωριστεί μεταξύ τους πολύ γρήγορα. Πάνω στο κατάστρωμα, γελούσαν και μιλούσαν ζωηρά, θαυμάζοντας την καταπληκτική θέα του παραμυθένιου νησιού που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια τους. Το πλοίο, έκανε μερικούς αργούς ελιγμούς, καθώς ετοιμαζόταν να αράξει στο μουράγιο του λιμανιού του Κολόμπο.

Εδώ το πλοίο έπρεπε να σταθμεύσει, για να ανεφοδιαστεί με κάρβουνο και οι επιβάτες είχαν αρκετό χρόνο για να βγουν στην παραλία. Η ήμερα ήταν τόσο ζεστή, που πολλοί επιβάτες αποφάσισαν να μείνουν στο πλοίο μέχρι το απόγευμα. Μια ευχάριστη δροσιά πήρε, τότε, τη θέση του καύσωνα της ημέρας.

Μια μικρή ομάδα από οκτώ άτομα, στην οποία προσκολλήθηκα και εγώ, διάλεξε, τότε, για ξεναγό της, τον συνταγματάρχη Έλιοτ, που είχε ζήσει παλιότερα στο Κολόμπο και γνώριζε καλά την πόλη και τα περίχωρα. Αυτός μας έκανε μια δελεαστική πρόταση: «Κυρίες και κύριοι! Θα θέλατε να πάμε λίγα μίλια έξω από την πόλη και να επισκεφθούμε έναν μάγο φακίρη της περιοχής; Ίσως έχουμε να δούμε κάτι ενδιαφέρον». Όλοι δεχθήκαμε την πρόταση του συνταγματάρχη με ενθουσιασμό.

Είχε κιόλας βραδιάσει, όταν αφήναμε πίσω μας τους θορυβώδεις δρόμους της πόλεως και παίρναμε έναν θαυμάσιο δρόμο που διέσχιζε την ζούγκλα. Δεξιά και αριστερά, παιχνίδιζαν οι λάμψεις εκατομμυρίων πυγολαμπίδων.

Προς το τέλος του ο δρόμος, φάρδαινε απότομα. Βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα μικρό ξέφωτο, περικυκλωμένο από ζούγκλα. Σε μια άκρη του, κάτω από ένα μεγάλο δένδρο, υπήρχε κάτι σαν καλύβα και δίπλα της σιγόκαιγε μια μικρή φωτιά. Ένας λεπτός, αποστεωμένος γέρος, με τουρμπάνι στο κεφάλι, καθόταν σταυροπόδι με το βλέμμα του ακίνητο και στραμμένο προς την φωτιά. Παρά τον θόρυβο της αφίξεώς μας, ο γέρος συνέχιζε να κάθεται τελείως ακίνητος, δίχως να μας δίνει την παραμικρή προσοχή.

Κάπου μέσα από το σκοτάδι, εμφανίστηκε ένας νεαρός και πηγαίνοντας κοντά στον συνταγματάρχη, τον ρώτησε κάτι χαμηλόφωνα. Σε λίγο, έβγαλε μερικά σκαμνιά και η ομάδα μας κάθισε σε ημικύκλιο κοντά στη φωτιά. Ένα λεπτός, αρωματικός καπνός υψώθηκε. Ο γέρος, καθόταν πάντα στην ίδια στάση δείχνοντας να μην προσέχει τίποτε. Το ισχνό φεγγάρι που ανέβαινε, έδιωχνε κάπως το σκοτάδι της νύχτας και στο χλωμό φως του, όλα τα πράγματα έπαιρναν παράξενα σχήματα. Όλοι σώπασαν άθελά τους και περίμεναν να δουν τι θα συμβεί.

«Κοιτάξτε! Κοιτάξτε εκεί στο δένδρο!», ψιθύρισε ταραγμένα η δεσποινίς Μαίρη. Όλοι στρέψαμε το κεφάλι προς την κατεύθυνση που έδειξε. Και πράγματι, ολόκληρη επιφάνεια της τεράστιας φυλλωσιάς το δένδρου, που κάτω του καθόταν ο φακίρης, ήταν σαν να κυμάτιζε ήρεμα μέσα στο απαλό  φεγγαρόφωτο, ενώ το ίδιο το δένδρο άρχισε βαθμιαία να διαλύεται και να χάνει το περίγραμμά του.

Κυριολεκτώντας, θα έλεγα ότι κάποιο αόρατο χέρι είχε ρίξει πάνω του ένα αέρινο κάλυμμα, που από στιγμή σε στιγμή, γινόταν όλο και πυκνότερο. Πολύ σύντομα, εμφανίστηκε ολοκάθαρα μπροστά στο έκπληκτο βλέμμα μας, η κυματιστή επιφάνεια της θάλασσας. Μ’ ένα ελαφρό βουητό, το ένα κύμα ερχόταν πίσω από το άλλο, σχηματίζοντας λευκούς αφρούς. Ανάλαφρα σύννεφα πετούσαν σ’ έναν ουρανό που είχε γίνει γαλανός. Θαμπωμένοι, δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε το βλέμμα μας από αυτή την καταπληκτική εικόνα.

Και, τότε, φάνηκε μακριά ένα άσπρο πλοίο. Παχύς καπνός ξεχύνονταν από τις δύο μεγάλες καμινάδες του. Μας πλησίαζε γοργά, σχίζοντας τα νερά. Με μεγάλη κατάπληξη, αναγνωρίσαμε το πλοίο μας· αυτό  που μας έφερε στο Κολόμπο! Ένας ψίθυρος διαπέρασε απ’ άκρου εις άκρην το υπαίθριο θεωρείο μας, όταν διαβάσαμε στην πρύμνη, με χρυσά ανάγλυφα γράμματα, το όνομα του πλοίου μας: «Λουΐζα». Εκείνο, όμως, που μας κατέπληξε περισσότερο από όλα, ήταν αυτό που είδαμε πάνω στο πλοίο: εμάς τους ίδιους!

Ας μη ξεχνάμε, ότι τον καιρό που συνέβησαν όλα αυτά, ο κινηματογράφος δεν είχε καν επινοηθεί και ήταν αδύνατο ακόμη και να συλλάβει κανείς κάτι παρόμοιο. Ο καθένας από μας, έβλεπε τον εαυτό του στο κατάστρωμα του πλοίου, ανάμεσα σε ανθρώπους που γελούσαν και συζητούσαν. Αυτό, όμως, που ήταν ιδιαίτερα εκπληκτικό ήταν το έξης: Έβλεπα, όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά ταυτόχρονα και όλο το κατάστρωμα του πλοίου, μέχρι και τις μικρότερες λεπτομέρειες, σαν σε μια πανοραμική κάτοψη, κάτι που φυσικά, είναι αδύνατο στην πραγματικότητα. Σε μία και την αυτή στιγμή, έβλεπα τον εαυτό μου ανάμεσα στους επιβάτες, τους ναυτικούς που εργάζονταν στην άλλη άκρη του πλοίου και τον πλοίαρχο στην καμπίνα του· ακόμη και τον πίθηκο Νέλλυ, την συμπάθεια όλων μας, να τρώει μπανάνες, ανεβασμένος επάνω στον κεντρικό ιστό.

Την ίδια ώρα, όλοι οι σύντροφοί μου, και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, ήταν εξαιρετικά αναστατωμένοι με όσα έβλεπαν και εξωτερίκευαν τα συναισθήματά τους με σιγανά επιφωνήματα και αναστατωμένους ψιθύρους.

Είχα τελείως ξεχάσει ότι ήμουν Ιερομόναχος και προφανώς δεν είχα καμία δουλειά να συμμετέχω σ’ ένα τέτοιο θέαμα. Η γοητεία ήταν τόσο δυνατή, που ο νους και η καρδιά είχαν σωπάσει. Η καρδιά μου, άρχισε να χτυπά δυνατά σε συναγερμό. Ξαφνικά, βρέθηκα έκτος εαυτού. Ένας φόβος κατέλαβε όλη μου την ύπαρξη.

Τα χείλη μου, άρχισαν να κινούνται και να λένε: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό!». Αμέσως, ένιωσα ανακούφιση. Ήταν σαν κάποιες μυστηριώδεις αλυσίδες να πέφτουν από πάνω μου. Η προσευχή, γινόταν όλο και πιο συγκεντρωμένη και μαζί μ’ αυτήν, ξαναγύριζε και η ειρήνη της ψυχής μου.

Συνέχιζα να κοιτάζω προς το δένδρο και ξαφνικά, σαν να την έδιωχνε κάποιος άνεμος, η εικόνα θόλωσε και διαλύθηκε. Δεν έβλεπα τίποτε πια, έκτος από το μεγάλο δένδρο μέσα στο φεγγαρόφωτο και τον φακίρη καθισμένο δίπλα στη φωτιά και σιωπηλό. Οι σύντροφοί μου, όμως, συνέχιζαν να εξωτερικεύουν αυτά που αισθάνονταν, καθώς ατένιζαν στην εικόνα, που γι’ αυτούς δεν είχε χαθεί.

Τότε, όμως, πρέπει κάτι να συνέβη και στον φακίρη. Έχασε την ισορροπία του και κύλησε στο πλάι. Ο νεαρός, έτρεξε αλαφιασμένος. Η πνευματιστική συγκέντρωση, διακόπηκε απότομα.

Βαθιά επηρεασμένοι από την εμπειρία τους οι θεατές, σηκώθηκαν συζητώντας ζωηρά τις εντυπώσεις τους και χωρίς καθόλου να καταλαβαίνουν για ποιο λόγο διακόπηκαν όλα τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα. Ο νεαρός, το απέδωσε στην εξάντληση του φακίρη, ο οποίος τώρα καθόταν, όπως και πριν, με το κεφάλι χαμηλωμένο και μη δίνοντας την παραμικρή προσοχή στους παριστάμενους.

Η ομάδα μας, αφού μέσω του νεαρού αντάμειψε γενναιόδωρα τον φακίρη για την δυνατότητα συμμετοχής σ' ένα τόσο καταπληκτικό θέαμα, ανασυντάχθηκε γρήγορα για την επιστροφή.

Καθώς ξεκινούσαμε, άθελά μου, γύρισα πάλι να κοιτάξω, για να εντυπώσω στη μνήμη μου το όλο σκηνικό. Ξαφνικά, ανατρίχιασα από μια δυσάρεστη αίσθηση. Το βλέμμα μου, συνάντησε το βλέμμα του φακίρη, που με κοίταζε γεμάτος από μίσος. Αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή και μετά εκείνος πήρε πάλι αμέσως τη συνηθισμένη του στάση. Όμως, εκείνη η ματιά, άνοιξε μια για πάντα τα μάτια της ψυχής μου και συνειδητοποίησα αμέσως, τίνος δύναμη ήταν αυτή που προκάλεσε εκείνο το…  “θαύμα”».

«Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό»


Πηγή: «Αγιορειτική Μαρτυρία», Τριμηνιαία έκδοσις της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους, τεύχος 5ο.




Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Περὶ τῆς ματαιότητος τῆς προσκαίρου ζωῆς ἐπὶ τῆς γῆς

Περὶ τῆς ματαιότητος τῆς προσκαίρου ζωῆς ἐπὶ τῆς γῆς



Ἄνθρωπε, στάσου δυ λεπτὰ καὶ πρόσεξε κὶ ἐμένα.
Θὰ σοῦ μιλήσω συμβουλές πο εἶναι καλὲς για σένα.

Μὲ βλέπεις κόκκαλο γυμνό, μὲ δίχως φαντασία.
Καὶ λς δν ἤμουν τίποτε, δν δίνεις σημασία.

Μά, κάποτε στ χρόνια μου, εἴχα κὶ ἐγὼ τὸ κάλλος.
Καὶ βάδιζα περήφανος, σὰν φουσκωμένος γάλος.

Ὅπως μὲ βλέπεις, ἄνθρωπε, καὶ σὺ θὰ καταντήσεις.
Μὴ λς, σ’ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωή, ὄμορφη ζωὴ θὰ ζήσεις.

Ὅταν γεράσω, ν μὴ λὲς, θὰ κάνω ἐλεημοσύνες.
Ὁ χάρος εἶναι λαίμαργος, δν δίνει προθεσμίες.

Παίρνει τς μάνες τῶν παιδιῶν, λεβέντες πο γλεντάνε.
Ἀπὸ τὶς κούνιες τὰ μωρά, κοπέλες πο κεντάνε.

Μὴν ἀδικήσεις ἄνθρωπο, μὴ βλασφημεῖς τὰ Θεῖα!
Ν δώσεις περιφρόνηση στο σατανᾶ τὴν βία…


«οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (βρ. 13:14).

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Μοναχός Μεθόδιος ο Βυζάντιος ο μακρυγένης

Μοναχός Μεθόδιος ο Βυζάντιος ο μακρυγένης



Αυτός ο Μεθόδιος, όταν στα τέλη του 18ου αιώνος ήλθε στην καυσοκαλυβίτικη καλύβη του Αγίου Μεθοδίου για να μονάσει, ήταν ακόμη αγένειος. Εξ αιτίας αυτού, προκειμένου να μην εκδιωχθεί από τους πατέρες της σκήτης, σύμφωνα με τα κρατούντα στο Άγιον Όρος, προσευχόταν ενώπιον της ιεράς εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ικετεύοντας την Θεομήτορα να του προσφέρει κάποια βοήθεια και να μη διωχθεί από τη σκήτη. Οπότε, παραδόξως, εφύτρωσαν οι τρίχες του πώγωνά του, δηλαδή του πιγουνιού του, και έτσι σχηματίσθηκαν γένια.

Το πρωί, οι γεροντάδες τον βρήκαν μέσα στην εκκλησία και δεν πίστευαν αυτό το θαυμάσιο θέαμα που έβλεπαν. Τον πήραν, λοιπόν, και τον παρουσίασαν στη Σύναξη των πατέρων και αμέσως τον έκειραν Μοναχό και τον ονόμασαν Μεθόδιο, κάνοντας και αγρυπνία προς δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου, για την οικονομία αυτή.

Η γενειάδα του Μεθοδίου, μεγάλωνε συνεχώς και πέρασε το ύψος του σώματος, ώστε ανέβαινε σε σκαμνί για να απλωθεί ολόκληρη (το σκαμνί, το οποίο κρατούσαν οι γεροντάδες ως ενθύμιο, το πρόφθασε και ο νυν γέροντας της καλύβης π. Ιγνάτιος).

Μια ημέρα, ο τούρκος Διοικητής του Αγίου Όρους στις Καρυές, βλέποντας τις τοιχογραφίες των αγίων Πέτρου του Αθωνίτου και Ονουφρίου, είπε: «Ε! Γι’ αυτό ψεύδεσθε! Πώς είναι δυνατόν, άνθρωποι να έχουν τέτοια γενειάδα;»



Ο Πρώτος του Όρους κάλεσε τον Μεθόδιο, άπλωσε τα γένια και απέδειξε στον Τούρκο ότι δεν ψεύδονται οι χριστιανοί. Ο Διοικητής, τότε, έγραψε στο Σουλτάνο, ότι υπάρχει τέτοιο εξαίσιο θέαμα και εκείνος ζήτησε να του στείλουν τον Μεθόδιο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Διοικητής του Όρους, του είπε ότι ο Σουλτάνος θα του προτείνει διάφορα δώρα και τον συμβούλεψε να ζητήσει μόνο να του χαρίσει τη ζωή του.

Έτσι και έγινε. Θαύμασε ο Σουλτάνος. Ο Μεθόδιος ζήτησε τη ζωή του και επέστρεψε σώος στην καλύβα του. Του Μεθοδίου σώζονται στίχοι, στην τουρκική διάλεκτο, στην ιερά καλύβη του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Στην ιερά μονή Προυσού, υπάρχουν στίχοι «περί της τοποθεσίας της Ιεράς Μονής ταύτης φιλοπονηθέντες μεν παρά Ιγνατίου του εκ Νεοχωρίου της Καστριάδος, αναθεωρηθέντες δε παρά Μεθοδίου Καυσοκαλυβίτου του έχοντος τον πώγωνα συρόμενον τη γη».

«Ψυχωφελή διήγησιν ακούσατε και θείαν
και οι πιστοί υμνήσατε, πάντες την Παναγίαν
εις της Ελλάδος τα βουνά κατά την Αιτωλίαν
είναι Μονή πανίερος, θαυμάσιος, τελεία».

Στον ναΐσκο του Αγίου Μεθοδίου, βρίσκεται η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην οποία προσευχόταν ο Μεθόδιος για να βγάλει γένια.




Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης



Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ

ζησε στή γ νας νθρωπος, νδρας με σβεστη πνευματική δίψα, πού λεγόταν Συμεών (ατό ταν τό κοσμικό νομα το γίου Σιλουανοῦ). Προσευχόταν στόν Θεό για πολύ καιρό μέ κατάπαυστο θρνο: «λέησόν με»! λλά δέν τόν κουγε Θεός.
Πέρασαν μνες καί μνες μέ τέτοια προσευχή καί ο δυνάμεις τς ψυχς του ξαντλήθηκαν. φθασε μέχρι την πόγνωση καί φώναξε: «Εσαι δυσώπητος»! Καί ταν μέ ατές τις λέξεις ράγισε κάτι μέσα στη συντετριμμένη πό τήν πόγνωση ψυχή του, εδε ξαφνικά τόν ζντα Χριστό. Πρ γέμισε την καρδιά του καί λο του το σμα μέ τέτοια δύναμη πού, ν κρατοσε κόμη μιά στιγμή ραση, θά πέθαινε.
πό τότε, δέν μποροσε πιά να λησμονήσει το νείπωτα προ, το πέραντα γαπητικό, τό χαρούμενο και γεμάτο πό περνοητή ερήνη βλέμμα το Χριστο. Καί στά πόμενα χρόνια τς μακρς ζως του μαρτυροσε κάματα τι « Θεός γάπη στίν», γάπη πειρη, πού ξεπερν κάθε νο (σελ. 3).

Συμεών κανε τήν στρατιωτική του θητεία στην Πετρούπολη. πηρέτησε σε να τάγμα σκαπανέων, τό ποο νκε στήν Ατοκρατορική Φρουρά. Πγε να πηρετήσει μέ ζωντανή πίστη καί βαθύ ασθημα μετανοίας, χωρίς νά παύει να σκέπτεται τόν Θεό.
Στό στρατό τόν γαποσαν πολύ ς στρατιώτη πρόθυμο στήν πηρεσία, συχο καί πάντοτε καλό στή συμπεριφορά. Ο σύντροφοί του τον γαποσαν ς εχάριστο καί πιστό φίλο. λλωστε ατό ταν συνηθισμένο φαινόμενο στη Ρωσία, που ο στρατιτες ζοσαν σάν δέλφια.
Κάποτε τήν παραμονή μις γιορτς, μαζί μέ τρες λλους φρουρούς πό το διο τάγμα φυγαν γιά τήν πόλη. Κατέληξαν λοιπόν σέ μιά πό τίς μεγάλες ταβέρνες τς πρωτεύουσας, που πρχαν πολλά φτα καί ντηχοσε δυνατή μουσική. Παρήγγειλαν φαγητό καί βότκα καί ρχισαν νά συζητον σε εχάριστο τόνο. Συμεών μως μλλον σιωποσε. Βλέποντάς τον σιωπηλό νας πό τήν παρέα ρώτησε:

– Τί συμβαίνει Συμεών καί εσαι συνεχς σιωπηλός; Τί σκέφτεσαι;

– Σκέφτομαι τι, ν μες καθόμαστε τώρα στήν ταβέρνα, τρμε, πίνουμε βότκα, κομε μουσική και διασκεδάζουμε, στό γιον ρος τήν ρα ατή γίνεται γρυπνία καί θα προσεύχονται λη τή νύχτα. Λοιπόν, ποιός θά δώσει καλύτερη πάντηση στήν Φοβερά Κρίση, ατοί μες;

Τότε λέει λλος:
– Τί νθρωπος ατός Συμεών! μες κομε μουσική καί διασκεδάζουμε, και ατός χει τό νο του στόν θωνα καί τήν Κρίση! (σελ. 20-21).


Π η γ ή : Καθημεριν λεκτρονικ περιοδικ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΔΙΔΑΧΗ», ριθμς φύλλου 56, Παρασκευ 25 Φεβρουαρίου 2011, σελ. 1-2, π πισκόπου ερεμίου, Μητροπολίτου ερς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως. http://www.imgortmeg.gr/