Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐξομολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐξομολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Τὰ τρία στάδια τῆς Μετανοίας

Τὰ τρία στάδια τῆς Μετανοίας



1ο στάδιο Μετανοίας.
Πιστεύω στὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου καὶ σταματῶ νὰ κάνω τὴν ἁμαρτία στὴν πράξη, π.χ. σταματῶ νὰ κλέβω.

2ο στάδιο Μετανοίας.
Πάλη μὲ τοὺς λογισμούς· «νὰ τὴν κάνω ἢ νὰ μὴν τὴν κάνω αὐτὴ τὴν ἁμαρτία;» Γιὰ παράδειγμα: Ἀποφασίζω ὅτι δὲν ξανακλέβω. Ἔρχεται, τότε, ὁ διάβολος καὶ μοῦ λέει: «Θυμᾶσαι τί ὡραία ποὺ ἦταν ὅταν ἔκλεβες; Γιὰ θυμήσου……» Δηλαδή, μᾶς ὑπενθυμίζει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς γυρίσει στὴν παλιά μας ζωή. Ἐμεῖς, ὅμως ἀποφασιστικά, ἔχουμε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ μετανοήσουμε καὶ λέγουμε στὸ λογισμό μας: «Προτιμῶ νὰ πεθάνω· δὲν ξανακλέβω!»

3ο στάδιο Μετανοίας.
Νὰ μισήσουμε τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ξεκινήσουμε νὰ ἐξασκοῦμε τὴν ἀντίστοιχη ἀρετή. Δηλαδή, κλέβω; Νὰ μισήσω τὸ πάθος τῆς κλοπῆς καὶ νὰ ξεκινήσω νὰ ἐξασκῶ τὴν ἐλεημοσύνη. Πορνεύω; Νὰ μισήσω τὸ πάθος τῆς πορνείας καὶ νὰ ἐξασκήσω τὴν ἀρετὴ τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς σωματικῆς καὶ πνευματικῆς καθαρότητας. Μισῶ; Νὰ ξεκινήσω νὰ ἀγαπῶ κ.ο.κ.

Καὶ ἔτσι, πλέον, εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὴν ἐξομολόγηση τῆς ἁμαρτίας μας στὸ πετραχῆλι τοῦ ἱερέα καὶ ὁ Παράδεισος, μετὰ ἀπὸ αὐτά, εἶναι ἀνοιχτὸς γιὰ ὅλους μας!




Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Τί δῶρο θὰ μοῦ κάνεις ;

Τί δῶρο θὰ μοῦ κάνεις ;



Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος, βρίσκεται στὴ Βηθλεέμ.

Τέσσερις αἰῶνες περίπου μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μιὰ νύχτα τῶν Χριστουγέννων, ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἔρχεται προσκυνητὴς στὴ Βηθλεέμ. Λαχταράει νὰ προσκυνήσει τὸ μέρος ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστός. Ἔρχεται στὸ σπήλαιο τῆς γεννήσεως ταπεινὰ καὶ προσεύχεται.

Ὁ ἴδιος μιλάει ἀργότερα γιὰ τὴ θεϊκὴ ἐμπειρία ποὺ εἶχε. Ἄκουσε σὲ ὅραμα τὴ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ Θείου Βρέφους νὰ ἀπευθύνεται σ’ αὐτὸν καὶ ἀναρρίγησε…

- Ἱερώνυμε τί θὰ μοῦ προσφέρεις σήμερα, τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς μου ;

- Ὦ θεῖο Βρέφος, τὸ γνωρίζεις, γιὰ Σένα τὰ ἔχω ἐγκαταλείψει ὅλα... καὶ τὴν αὐλὴ τῶν Ἀρχιερέων, καὶ τὰ μεγαλεῖα της Ρώμης, καὶ τὶς ἡδονὲς καὶ τὰ πλούτη... Καὶ αὐτὴ τὴν ὧρα ὁ νοῦς μου, ὅλη μου ἡ καρδιά, οἱ σκέψεις μου καὶ ἡ ζωή μου ἀκόμη, τὰ πάντα ἀνήκουν σὲ Σένα! Τί ἄλλο θὰ μποροῦσα νὰ σοῦ δώσω; Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο… σήμερα τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς σου…

Ἀκούει, τότε, τὴ φωνὴ τοῦ Θείου Βρέφους νὰ τοῦ λέει:

- Ἔχεις Ἱερώνυμε, ἔχεις κάτι ποὺ τὸ λησμονεῖς καὶ θέλω σήμερα νὰ τὸ καταθέσεις στὰ πόδια μου.

- Τί εἶναι αὐτὸ Οὐράνιε Βασιλιά, ἀγάπη τῆς ἀγάπης μου καὶ ψυχὴ τῆς ζωῆς μου, ἔχω πράγματι ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ σοῦ δώσω; Θὰ ἤμουν τόσο ταλαίπωρος ὥστε νὰ φυλάξω κάτι γιὰ μένα ! Πές μου γλυκύτατε Ἰησοῦ, τί μπορῶ νὰ σοῦ δώσω ἀκόμη;

…Καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ στιγμὴ σιγῆς, ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ παιδίου Ἰησοῦ, νὰ τοῦ ἁπαντά:

- Ἱερώνυμε, δῶσε μου… τὶς ἁμαρτίες σου!

- Τὶς ἁμαρτίες μου Ἁγιώτατε Θεὲ;! Τί νὰ τὶς κάνεις τὶς ἁμαρτίες μου;

- Ἱερώνυμε, δῶσε μου ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ τὶς συγχωρήσω ὅλες.

Καὶ ὁ Ἅγιος Γέρων ἀναλύθηκε σὲ δάκρυα συγκίνησης, εὐτυχίας καὶ ἀγάπης καὶ προσκύνησε τὸ θεῖο Βρέφος.

Συνοδοιπόροι καὶ διαβάτες τῆς ζωῆς, ὅπως ἄλλοτε ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος, πλησιάζουμε καὶ ‘μεῖς τὸ Σωτήρα Χριστὸ νὰ Τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ Τοῦ προσφέρουμε λέγοντας:

«Ἀγρυπνοῦμε κι ἐμεῖς Κύριε, γιὰ νὰ Σὲ δοξολογήσουμε, ἀνάψαμε τὶς λαμπάδες μας, νηστέψαμε καὶ θὰ κοινωνήσουμε. Τί ἄλλο νὰ Σοῦ χαρίσουμε Χριστέ;»

Καὶ ‘Κεῖνος θὰ μᾶς κοιτάξει στὰ μάτια καὶ θὰ μᾶς πεῖ:

«Παιδί μου, καλὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ἐγὼ ἦρθα κοντά σας ἐπειδὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίσετε, ὄχι αὐτὰ ποὺ ἐγὼ σᾶς ἔδωσα, ἀλλὰ κάτι δικό σας, ἀποκλειστικὰ δικό σας, τὶς ἁμαρτίες σας...

Ἀφῆστε τις στὰ πόδια μου νὰ τὶς συγχωρέσω καὶ νὰ ἀποκτῆστε καθαρὴ ψυχή. Χωρὶς αὐτὸ δὲν μπορεῖτε νὰ πλησιάσετε τὸν Ἅγιο Θεό, χωρὶς τὴν καθαρότητα δὲν φτάνουν οἱ προσευχὲς σας καθαρὲς ἐνώπιον Τοῦ Οὐράνιου Πατέρα.

Γονατίστε κάτω ἀπ’ τὸ Πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ σας, καὶ ἐναποθέστε τὶς ἁμαρτίες σας, γιὰ νὰ καθαριστεῖτε, καὶ ἔπειτα χαρίστε μου τὴν ψυχὴ σας ἁγνὴ καὶ καθαρή, ὥστε νὰ μπορέσω μετὰ νὰ γεννηθῶ κι’ Ἐγὼ μὲς στὴν καρδιά σας, καὶ νὰ σᾶς πλημμυρίσω μὲ τὸ Φῶς τῆς Ἀγάπης μου καὶ νὰ ὁδεύσουμε μαζὶ πρὸς τὸν Οὐρανὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα».




Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Η σπουδαιότητα της εξομολόγησης

Η σπουδαιότητα της εξομολόγησης



Ο σύγχρονος άνθρωπος, την εξομολόγηση την φοβάται σαν να ήταν κρεμάλα!

Ακούει εξομολόγηση και τρέμει!

Γιατί όμως;

Η εξομολόγηση, είναι ένα μυστήριο της Εκκλησίας μας. Το θέσπισε ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όταν είπε στους αποστόλους Του: «Λάβετε Πνεμα γιον· ν τινων φτε τς μαρτίας, φίενται ατος, ν τινων κραττε, κεκράτηνται». Δηλαδή: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον· Εις όποιους συγχωρείτε τις αμαρτίες, θα είναι συγχωρημένες και από τον Θεόν. Εις όποιους όμως τις κρατείτε άλυτες και ασυγχώρητες, θα μείνουν αιωνίως ασυγχώρητες» (Ιωάν. 20:22,23).

Όταν ο Χριστιανός εξομολογείται, ο διάβολος που τον πλανούσε, σκάει από το κακό του. Και γι’ αυτό ο σατανάς αγωνίζεται με κάθε τρόπο να εμποδίσει τον άνθρωπο από την προσέλευσή του στο σωτήριο αυτό μυστήριο. Τότε του φέρνει όλα τα βαθιά αισθήματα ντροπής, που τον είχε κάνει και τα είχε εντελώς ξεχάσει, όταν διέπραττε την αμαρτία.

-«Πώς θα πας τώρα να εξομολογηθείς τόσο αισχρές αμαρτίες; Ρεζίλι θα γίνεις! Άφησε για καμιά καλύτερη ευκαιρία!»

Και έτσι αναβάλλοντας, και πάλι αναβάλλοντας, έρχεται αιφνίδιος ο θάνατος και μας βρίσκει ανεξομολόγητους. Και πηγαίνουμε στο φοβερό δικαστήριο αναπολόγητοι…

Είχαμε τόσες ευκαιρίες! Και δεν τις εκμεταλλευθήκαμε! Τις χάσαμε!

Ιδού, μια πολύ ωραία και ωφέλιμη ιστορία που θα μας δείξει με τον πλέον παραστατικό και γλαφυρό τρόπο τα όσα είπαμε παραπάνω.

Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος ήταν βαριά άρρωστος. Ο γιατρός του, ήταν καλός χριστιανός και του έλεγε:
-Μη ξεχνάς, ότι είμαστε και μεγάλοι πια. Εγώ θα κάμω ό,τι μπορώ. Αλλά και συ να εξομολογηθείς. Να τακτοποιηθείς ενώπιον του Κυρίου.

Μα εκείνος όλο ανέβαλλε:
-Έννοια σου, γιατρέ μου, την σαρακοστή θα πάω να εξομολογηθώ! Ας γίνω πρώτα καλά!...

Ο γιατρός βλέποντας την  τακτική του, και θέλοντας να τον κάμει να σκεφθεί πιο σοβαρά, του έκαμε το εξής χουνέρι: Σε μία του επίσκεψη, έφερε ένα μπουκαλάκι με φάρμακο και το άφησε στο τραπέζι του αρρώστου λέγοντας:
-Αυτό είναι για σένα!

Ρωτά ο άρρωστος:
-Πότε και πώς θα το πάρω;

-Μετά δύο μήνες και θα ιδούμε το «πώς».

-Γιατρέ, δεν αισθάνομαι καλά! Θα ζω μετά δύο μήνες; Θα γίνω καλά, χωρίς να πάρω κάτι;

-Αλήθεια! Δίκιο έχεις! Να ιδούμε τότε μετά από ένα μήνα!

-Καλά, γιατρέ μου, γιατί όχι από σήμερα; Με την υγεία μου παίζεις;

-Όχι, του λέει τότε ο γιατρός. Δεν παίζω με την υγεία σου. Ηθέλησα απλώς να σε βοηθήσω να σκεφθείς, ότι δεν κάνει να παίζεις και εσύ με την ψυχή σου, που είναι πολυτιμότερη από την υγεία σου.

Ο άρρωστος, το κατάλαβε το μάθημα καλά. Εμείς;

Ας τακτοποιηθούμε αδελφοί μου, τώρα που έχουμε καιρό, γιατί ως γνωστόν: «το σήμερα είναι δικό μας, το αύριο του Θεού»!!!


Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Πατέρα, συγχώρεσέ με !

Πατέρα, συγχώρεσέ με !



Λόγος εις την παραβολή του Ασώτου Υιού


Είχε πέσει στ’ αλήθεια πολύ χαμηλά. Είχε αμαρτήσει βαριά. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη του Πατέρα. Είχε ξεστρατίσει σε άτακτη ζωή. Να ο γκρεμός,  η τελική καταστροφή έχασκε μπροστά του.

Αλλά πώς να γυρίσει πίσω;

Αυτός με τόση αυτοπεποίθηση, όσο και αυθάδεια, είχε απαιτήσει: «πάτερ, δός μοι τό πιβάλλον μέρος τς οσίας»! Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει! Κι όταν ο φιλόστοργος πατέρας του «διελε», μοίρασε σ’ αυτόν και τον αδελφό του «τόν βίον», την περιουσία, αυτός άρπαξε το μερίδιό του και αμέσως «πεδήμησεν ες χώραν μακράν». Ταξίδεψε σε μακρινή χώρα. Με τι πρόσωπο ν’ αντικρίσει τώρα το πατρικό βλέμμα;

Αλλά ήταν και οι φίλοι του, με τους οποίους «διεσκόρπισε τήν οσίαν ατο ζν σώτως». Διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας βίο άσωτο. Δε θα τον ειρωνεύονταν, αν τον έβλεπαν ν’ αλλάζει γνώμη;

Ήταν κι εκείνος ο μεγάλος του αδελφός, ο οποίος είχε μείνει στο σπίτι· άψογος, τυπικός απέναντι στον Πατέρα. Τι θα έλεγε, όταν τον έβλεπε να επιστρέφει;

Ποια δικαιολογία, άραγε, θα μπορούσε να επιστρατεύσει, τι πρόσχημα να βρει, για να γυρίσει πίσω, να ξεφύγει επιτέλους από την αθλιότητα εκείνη, όπου είχε καταντήσει;
Αλλά, όχι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψει. Χωρίς δικαιολογίες και προσχήματα. Τώρα, που ήρθε στα συγκαλά του, πήρε αμετάκλητα και την απόφασή του. Θα επιστρέψει έτσι όπως είναι. Αποτυχημένος, άθλιος, αξιοθρήνητος και ταπεινωμένος. Θα προβάλλει ένα και μόνο επιχείρημα. Τη μετάνοιά του. Θα πει:

- «Πάτερ, μαρτον»! Έκανα σφάλμα μεγάλο, που αποστάτησα από σένα! Αμάρτησα βαριά! «μαρτον ες τόν ορανόν», λύπησα τον ουράνιο κόσμο, που μπροστά του διέπραξα κακό. «μαρτον… καί νώπιόν σου»! Σε πότισα φαρμάκι, σε πρόσβαλα, σπίλωσα το όνομά σου! «Πάτερ, μαρτον»!

«Οκέτι εμί ξιος κληθναι υός σου», δεν το αξίζω πια να ονομασθώ γιος σου! Ούτε ζητώ κάτι τέτοιο. Απλώς, σε παρακαλώ να ευδοκήσεις και να με δεχθείς «ς να τν μισθίων σου», σαν έναν από τους μισθωτούς σου. Να βρίσκομαι στη δούλεψή σου και να εξασφαλίζω ένα κομμάτι ψωμί μόνο. Και πάνω απ’ όλα τη γαλήνη, την εμπιστοσύνη, την αγάπη που βασιλεύουν εδώ μέσα…

Το είπε και το έκανε. «ναστάς λθε πρός τόν πατέρα ατο». Σηκώθηκε και ήλθε στον πατέρα του.

Ασφαλώς, στο δρόμο η καρδιά του γοργοκτυπούσε από αγωνία. Ήταν τόσο δύσκολο το εγχείρημά του. Ταπεινωμένος, συντετριμμένος, εξουθενωμένος, βάδιζε βυθισμένος στις σκέψεις του, κρατώντας γερά ως οδηγό του και σωσίβιο, τον εξομολογητικό λόγο: «Πάτερ, μαρτον».

Αλλά, τι βλέπει; Όνειρο μήπως; Ο πατέρας του τον διέκρινε από μακριά και τρέχει προς το μέρος του για να τον συναντήσει, να τον υποδεχθεί θερμά. Έρχεται, πέφτει γεμάτος πόνο και πόθο και ευσπλαχνία «πί τόν τράχηλον αυτο» και τον «καταφιλε», τον πνίγει με ασπασμούς πατρικής αγάπης!

Ο άσωτος γιος, όμως, δε χάνει τα λόγια του, ούτε ξεθαρρεύει. Με το κεφάλι σκυμμένο από ντροπή, με δάκρυα καυτά στα μάτια, κράζει σπαραχτικά και ομολογεί: «Πάτερ μαρτον ες τόν ορανόν καί νώπιόν σου»! Είμαι ένοχος, άσωτος, αποστάτης! Είμαι ανάξιος, να λέγομαι γιος σου! Πατέρα μου, συγχώρεσέ με!…

Ο πατέρας δε δίνει απόκριση άλλη από εκείνη, που ήδη έμπρακτα είχε δώσει. Γυρίζει μόνο «πρός τούς δούλους ατο» και με φωνή που τη ραγίζει λυγμός χαράς, τους παραγγέλνει:

- «Φέρετε γρήγορα «τήν στολήν τήν πρώτην καί νδύσατε ατόν»! Θέλω να πάρει καινούργια όψη το παιδί μου! Ακόμη, «δότε δακτύλιον ες τήν χερα ατο», να φαίνεται ότι είναι άρχοντας εδώ μέσα! Και «ποδήματα ες τούς πόδας» να του βάλετε! Και «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», το θρεφτάρι μας, που το φυλάγουμε για τις μεγάλες γιορτές, τώρα να το σφάξετε και να στρώσετε τραπέζι, για να «εφρανθμεν»!

Ποια άλλη μέρα θα βρεθεί πιο γιορτινή απ’ αυτή; Ο γιος μου, «νεκρός ν καί νέζησε»! «πολωλώς ν καί ερέθη»! Ήταν πεθαμένος και ξαναζωντάνεψε και χαμένος και βρέθηκε».

Θα μπορούσε ο άσωτος να βρει πολλές δικαιολογίες, να προσκομίσει πολλά ελαφρυντικά. Θα μπορούσε να πει:

- «Πατέρα, λάθος έγινε. Ήταν η κακιά ώρα, οι φίλοι που με παρέσυραν, η δύσκολη ηλικία… ήρθαν και αλλεπάλληλες οι αναποδιές… ποιος μπορεί να προβλέψει ένα λιμό; Ατύχησα…»

Αλλά, όχι. Ο άσωτος είχε το θάρρος και την τιμιότητα να αναλάβει τις ευθύνες του, να ομολογήσει ξεκάθαρα την ενοχή του, να αντιμετωπίσει κατάματα την πραγματικότητα και τις όποιες συνέπειες των πράξεων του. Είχε τον ηρωισμό να κλάψει, να μετανοήσει, να ταπεινωθεί, να πει το «μαρτον».

Κι έτσι, σώθηκε. Γιατί είχε διαλέξει το σωστό δρόμο. Το μονό δρόμο του λυτρωμού.

Πολλοί νέοι, σήμερα, μπροστά σε κάποιες πτώσεις τους τα χάνουν. Ή απελπίζονται ή προσπαθούν να ξεφύγουν και να ξεχάσουν ή επιστρατεύουν δικαιολογίες και επεξηγήσεις, για να κατοχυρωθούν. Όμως, όλοι αυτοί οι τρόποι - διέξοδοι φυγής - ψευτοβολεύουν και μπαλώνουν τις καταστάσεις. Δε γιατρεύουν, δεν εξιλεώνουν την ψυχή.

Μία είναι η σωστή αντιμετώπιση της ενοχής. Η τίμια αποδοχή της. Και στη συνέχεια η κατανυκτική μετάνοια, η συντριβή, η Εξομολόγηση, η επανόρθωση, η επιστροφή.

«Πάτερ, ήμαρτον»! Έφταιξα, Θεέ μου! Πέφτω στα γόνατα και Σου ζητώ συγγνώμη! Επικαλούμαι ταπεινά το άπειρο έλεός Σου! «Ήμαρτον»!

Όλη η ευθύνη είναι δική μου. Κανείς άλλος δε φταίει. Εγώ προκάλεσα το τραύμα που με βασανίζει, εγώ δημιούργησα την πληγή. Δική μου η ενοχή.

Δε μου φταίξανε οι συνάνθρωποί μου, οι καταστάσεις, ο διάβολος… Εγώ θέλησα και διέπραξα την αμαρτία. Εγώ φταίω. Και δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. «Πάτερ, ήμαρτον»!…

Ω! Μόλις αρθρώσουμε την ευλογημένη αυτή φράση, όλα μεταμορφώνονται, επανορθώνονται, τακτοποιούνται. Θεία χάρη και έλεος φωτίζει την ψυχή. Μας ανακουφίζει. Ενθουσιασμός ιερός μας συνεπαίρνει, να επανορθώσουμε κάθε παλιά εκτροπή, ζημιά, αδικία… να κερδίσουμε το χαμένο δρόμο, το χαμένο χρόνο…

Κι ο στοργικός Πατέρας μας ακούγεται ν’ απαντά:

- «νδύσατε ατόν τήν στολήν τήν πρώτην»! « υός μου οτος… νέζησε»! Ξαναβρήκε τη ζωή!




Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Εξομολόγηση - Μετάνοια

Εξομολόγηση – Μετάνοια


π. Εφραίμ Κατουνακιώτης
(1912 – 1998)


Δεν σε κατηγορώ ότι έκανες αμαρτίες πολλές και σοβαρές, όχι, άνθρωπος είσαι. Σε κατηγορώ, γιατί δεν εξομολογείσαι. Αυτό σε κατηγορώ. Έπεσες; Στον πνευματικό. Έπεσες; Στον πνευματικό, όλα στον πνευματικό. Και η οσία Μαρία, πρώτα εξομολογήθηκε.

Στη γειτονιά μας ήτανε κάποιος Κύπριος και είχε έναν υποτακτικό, ο οποίος τους γονείς του δεν είχε αναπαύσει, να πούμε. Όταν καλογέρευσε, και τον Γέροντά του δεν τον ανέπαυσε. Κι' εκεί που καθόμαστε στη Μικρή Αγία Άννα, τον έστειλε ο Γέροντάς του στον Γέροντα, τον Γέρο-Ιωσήφ, να πει τον λογισμό του και ό,τι μπορεί να τον βοηθήσει. Όταν ήρθε εκεί, ήμαστε γύρω έτσι με τον Γέροντα, λέει: «Άντε εσύ, πήγαινε εσύ, πηγαίνετε στα δωμάτιά σας· έλα 'δω, πάτερ- Ιωάννη». Ανεβαίνει, πήγαινε στο δωμάτιό του.

-Γέροντα, λέει, η ψυχή μου κλαίει, κλαίει, κλαίει σαν μικρό παιδί.

-Γιατί, παιδί μου, η ψυχή σου κλαίει;

-Διότι, λέει, δεν ανέπαυσα τον Γέροντά μου.

-Ε, πού καταλαμβάνεις ότι δεν ανέπαυσες τον Γέροντα;

-Να, λέει, έτσι στην υπακοή.

-Άκουσε, παιδί μου. Εκεί που γκρέμισες, εκεί να διορθώσεις. Εχαλάρωσες το "νά 'ναι ευλογημένο", την ταπείνωση και την αυταπάρνηση στον Γέροντα. Μη ζητάς τώρα με την ευχή ή με την Θεία Μετάληψη, πάτερ μου, να διορθώσεις το λάθος σου. Εκεί έσφαλες, εκεί να βάλεις μετάνοια, εκεί να διορθώσεις.

Ο αββάς Παμβώ, όταν ήταν κοσμικός, πήγε και κλέψανε σύκα από άλλο γειτονικό αμπέλι. Και όταν τους πήρε μυρωδιά ο δραγάτης, το 'βαλαν στα ποδάρια να φύγουν, Αλλά από το μαντήλι που είχε τα σύκα, τού 'πεσε ένα σύκο κάτω και να μην το χάσει, πήγε και το 'φαγε. Και λέει ο ίδιος: «Όποτε θυμάμαι αυτό το σύκο, κάθομαι και κλαίω». Κάθομαι και κλαίω... Αυτό το σύκο...

Έτσι κι εγώ, να πούμε. Όταν θυμάμαι αυτήν την παρακοή που έκανα στον Γέροντα, ως άλλος απόστολος Πέτρος, κάθομαι και κλαίω. Γιατί να κάνω αυτήν την παρακοή, να μην την κάνω υπακοή να κερδίσω;

Ένα πράγμα, άμα σε κεντάει η συνείδησή σου, πήγαινε και βάλε μετάνοια: «Αδερφέ μου, ευλόγησον, σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις, έσφαλα». Αυτό διορθώνει το λάθος σου. Μην παραβλέπεις τη συνείδησή σου. Άνθρωποι είμεθα, ένας στον άλλον φταίει. Ή σου είπε έναν λόγο είτε δεν έκανε εκείνο το οποίο είπες, και οπότε κατόπιν η συνείδηση έρχεται ελέγχουσα. Μην την παραβλέπεις, πήγαινε ταπεινώσου και πες το "ευλόγησον" εις τον αδελφό ή εις τον Γέροντα.


Π η γ ή : Από το βιβλίο «Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης». Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας». www.toperivoli.gr

Η λ ε κ τ ρ ο ν ι κ ή   π η γ ή : http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/monasticism/efraim_exomologis.htm