Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Ὁ Ἑβραῖος ποὺ ἤθελε νὰ γίνει Χριστιανὸς

Ὁ Ἑβραῖος ποὺ ἤθελε νὰ γίνει Χριστιανὸς



(ἀληθινὴ ἱστορία)


Ἕνας Ἑβραῖος, ἀποφάσισε νὰ γίνει χριστιανὸς καὶ θέλησε νὰ ἐξετάσει τὶς ἐκδοχὲς τοῦ χριστιανισμοῦ γιὰ νὰ ἐπιλέξει.

Βρίσκει, λοιπὸν, ἕναν ὀρθόδοξο, ἕναν προτεστάντη κι ἕναν παπικό. Τοὺς λέει τὶς προθέσεις του κι ἐκεῖνοι συμφωνοῦν νὰ τὸν "ξεναγήσουν" στὶς ἐκκλησίες τους.

Πάει ὁ Ἑβραῖος μὲ τὸν προτεστάντη μιὰ Κυριακή, μπαίνει στὸ ναὸ καὶ βλέπει τοὺς ἀνθρώπους τακτοποιημένους μὲ τὰ καλά τους ροῦχα, ὁ καθένας στὸ κάθισμά του, μπροστὰ ἀπὸ τὸν κάθε πιστὸ μιὰ Καινὴ Διαθήκη, ἡ χορωδία νὰ λέει τοὺς ὕμνους ἁρμονικά, τὰ πάντα νὰ λάμπουν ἀπὸ καθαριότητα καὶ μετὰ τὸ τέλος ὅλοι τοῦ φερθῆκαν εὐγενικὰ μὲ πολὺ καλοὺς τρόπους.

Τὴν ἑπόμενη Κυριακή, συνεννοήθηκε μὲ τὸν παπικὸ νὰ πάει στὸ δικό του ναό. Μπαίνει μέσα, πλένει τὰ χέρια, ρίχνει τὸ κέρμα ν’ ἀνάψει τὸ λαμπάκι ἀντὶ γιὰ κερὶ καὶ κάθεται. Οὔτε ἐκεῖ ὄρθιοι, ὅλοι στὰ καθίσματά τους μὲ τάξη καὶ ἁρμονία. Ἄκουσε καὶ τὴν ἐγκύκλιο τοῦ Πάπα, εἶδε καὶ τὶς φωτογραφίες του ποὺ δέσποζαν ἀκόμα καὶ ἐντός τοῦ ναοῦ. Πέρασε ἡ ὥρα, τέλειωσε ἡ λειτουργία, τὸν καλοδεχθῆκαν, τὸν κέρασαν κι ἔφυγε.

Τὴν τρίτη Κυριακή, κανόνισε νὰ πάει στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία. Μπαίνει μέσα καὶ βλέπει ἄλλους νὰ μιλᾶνε μεταξύ τους, πολλοὺς ὄρθιους γιατί δὲν ἔφθαναν τὰ καθίσματα, τὴ νεωκόρο νὰ μαλώνει μὲ μιὰ κυρία γιατί τῆς ἔσβησε γρήγορα τὸ κερὶ ποὺ ἄναψε, ἄκουγε τὰ μωρὰ νὰ τσιρίζουν καὶ νὰ μὴ τὰ παρατηρεῖ κανείς, ὁ παπὰς νὰ φωνάζει στὸν ψάλτη νὰ τελειώσει τὰ τεριρὲμ κ.λπ.

Μόλις τελείωσε ἡ λειτουργία, ἄρχισαν καὶ τὰ μνημόσυνα, ὅπου ἄλλοι ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία κι ἄλλοι ἔμπαιναν μὲ θόρυβο, ἀταξία καὶ φασαρία…

Ὁ ὀρθόδοξος, ἀπογοητεύτηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα ποὺ εἶδε ὁ προσήλυτος Ἑβραῖος.

Τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα συναντήθηκαν ὅλοι γιὰ νὰ μάθουν τί ἀποφάσισε ὁ Ἑβραῖος. Ὅταν βρεθῆκαν ὅλοι μαζί, τοὺς λέει:
-Στὴν προτεσταντικὴ ἐκκλησία, εἶδα μεγάλη τάξη καὶ εὐγένεια. Στὴν παπική, εἶδα μεγάλη ἀφοσίωση στὸν πνευματικό σας ἀρχηγὸ καὶ τὶς ὁδηγίες τοῦ ἱερέα σας. Στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία, εἶδα τέτοιο μπάχαλο ποὺ δὲν τὸ περίμενα!!!

Ὁ ὀρθόδοξος, σκυθρώπιασε ἀπογοητευμένος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι δύο ἀναθάρρησαν.

Καὶ καταλήγει ὁ Ἑβραῖος:
-Θὰ γίνω ὀρθόδοξος!!!
-Μά, πῶς; ἀναρωτιοῦνται οἱ ἄλλοι.
-Ἀκοῦστε, λέει ὁ Ἑβραῖος. Τὰ δικά σας, δικαιολογοῦνται μὲ τὴν τάξη ποὺ ἔχει ὁ ἕνας καὶ τὴν πειθαρχία ποὺ ἔχει ὁ ἄλλος. Τοῦτο ἐδῶ (καὶ δείχνει τὸν ὀρθόδοξο), δὲν δικαιολογεῖται ἀλλιῶς. Μὲ τέτοιο μπάχαλο, μόνο ἂν ἔχεις τὸν Θεὸ μαζί σου διατηρεῖσαι 2000 χρόνια!


Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Δίνε, δίνε καὶ μὴ σταματᾶς !

Δίνε, δίνε καὶ μὴ σταματᾶς !



Ὁ φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στὴν γυναίκα του ποὺ πήγαινε στὶς ἐκκλησίες καὶ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ στοὺς ἐράνους.

Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ ἔβγαλε τὸ ζεστὸ ψωμὶ καὶ μοσχοβόλησε ἡ γειτονιά, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴν πόρτα του ἕνας φτωχός.

- Ἀφεντικό, ὅλα αὐτὰ τὰ ψωμιὰ εἶναι δικά σου;
- Ἄμ, τίνος νὰ 'ναι;
- Καὶ δὲν τὰ τρῶς;
- Βρέ, φύγε ἀπὸ ‘δῶ!
- Δῶσε μου καὶ μένα ἕνα ψωμάκι ποὺ πεινάω…
- Φύγε, σοῦ εἶπα, παράτα με.
- Ἀφεντικό!
- Φεύγεις ἢ δὲν φεύγεις;
- Ἀφεντικό! Παρακαλοῦσε ὁ φτωχός...

Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσει, καὶ ὁ φούρναρης πετάει ἕνα ψωμὶ στὸ κεφάλι του. Ἔσκυψε ὁ φτωχὸς καὶ τὸ ψωμὶ τὸν πῆρε ξυστὰ καὶ ἔπεσε παραπέρα. Τρέχει, τὸ ἁρπάζει, κάθεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ τὸ τρώει...

Ὁ φούρναρης ὅλη μέρα ἦταν νευριασμένος γιὰ τὸν γρουσούζη ἐπισκέπτη καὶ τὸ ψωμὶ ποὺ ἔχασε. Ἃς τολμήσει νὰ ξανάρθει, ἔλεγε!

Τὴ νύχτα, κάπου δύο μετὰ τὰ μεσάνυχτα, πετάγεται ὁ φούρναρης ἀπὸ τὸν ὕπνο του τρομαγμένος καὶ καταϊδρωμένος.

- Γυναίκα, σήκω, ξύπνα! Φέρε μου μία φανέλα νὰ ἀλλάξω καὶ νὰ σοῦ πῶ… Γυναίκα, πέθανα λέει, καὶ μαζεύτηκαν γύρω μου Ἄγγελοι καὶ διάβολοι. Ποιὸς νὰ πάρει τὴν ψυχή μου. Σὲ μιὰ μεγάλη ζυγαριὰ ὅλο καὶ πρόσθεταν οἱ τρισκατάρατοι τὰ κρίματά μου. Καὶ ὁ ζυγὸς βάρυνε καὶ βάρυνε καὶ οἱ Ἄγγελοι δὲν εἶχαν τίποτα νὰ βάλουν καὶ λυπόντουσαν.

Σὲ μιὰ στιγμή, ἕνας Ἄγγελος φωνάζει: «Τὸ ψωμί! Αὐτὸ ποὺ χόρτασε τὸν πεινασμένο. Βάλτε το στὸν ἄλλο ζυγό». Οἱ διάβολοι ἐπαναστάτησαν: «Τὸ ψωμὶ δὲν τὸ ἔδωσε. Τὸ ἔριξε νὰ σπάσει τὸ κεφάλι τοῦ φτωχοῦ». Καὶ ἀπάντησαν οἱ Ἄγγελοι: «Ὅμως, χόρτασε τὸν πεινασμένο καὶ ἐκεῖνος ἔδωσε τὴν εὐχή του».

Καὶ ποὺ λὲς γυναίκα μου, ἐκεῖνο τὸ ψωμὶ ἔκανε καὶ ἔγειρε ἡ ζυγαριὰ ἀντίθετα καὶ σώθηκα.

Τὸ λοιπόν, δίνε, δίνε καὶ μὴ σταματᾶς! Καὶ ἐγὼ θὰ δίνω.

Ἄχ, καὶ νὰ ξανάρθει ἐκεῖνος ὁ φτωχός!




Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Δὲ θὰ Σὲ ἀρνηθῶ, Χριστέ μου !

Δὲ θὰ Σὲ ἀρνηθῶ, Χριστέ μου !



Στὴν Καμπότζη (χώρα τῆς Νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, ὁποία συνορεύει μὲ τὴν Ταϊλάνδη, τὸ Λάος καὶ τὸ Βιετνάμ), μερικοὶ Χριστιανοὶ εἶχαν συγκεντρωθεῖ, σἕνα ναὸ ὑποτυπώδη, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Δὲν πρόλαβαν καλὰ-καλὰ νὰ ἀρχίσουν καὶ ὁ ναὸς βρέθηκε περικυκλωμένος ἀπὸ μουσουλμάνους στρατιῶτες. Προχώρησαν μέσα στὸ ναὸ καὶ ξεκρέμασαν ἀπὸ τὸν τοῖχο μιὰ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία πέταξαν μὲ περιφρόνηση κάπου κοντὰ στὴν εἴσοδό του.

Μιὰ δυνατὴ φωνὴ ἀντήχησε στὸν ἱερὸ ἐκεῖνο χῶρο, ποὺ σκόρπιζε τὸν τρόμο:

- Ὅποιος θέλει νὰ βγεῖ ζωντανὸς ἀπὸδῶ μέσα, μόνο ἕνας τρόπος ὑπάρχει: νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ φτύσει τὴν εἰκόνα Του. Διαφορετικὰ, θὰ τουφεκισθεῖ τὴν ἴδια στιγμή.

Τὸ δίλημμα ἦταν τρομερὸ καὶ περιθώρια ἐκλογῆς δὲν ὑπῆρχαν. Καὶ ἡ ἄθεη ἐξουσία δὲν ἀστειευόταν. Συχνὰ εἶχε δείξει τὸ ἀποτρόπαιο πρόσωπό της. Ἀλλὰ καὶ ὁ συμβιβασμὸς εἶναι πάντα ἑλκυστικὸς καὶ ὁ πειρασμὸς μεγάλος. Τί θὰ κάνουν; Θὰ ὁμολογήσουν ἢ θὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό;

ἕνας ἦταν ἀρραβωνιασμένος καὶ σὲ λίγες ἡμέρες ἐπρόκειτο νὰ παντρευτεῖ. Ἀξίζει νὰ θυσιασθεῖ καὶ νὰ σβήσουν τὰ ὄνειρά του καὶ οἱ ὄμορφες προσδοκίες του; Ὁ δεύτερος σκεπτόταν τὸ σπίτι του, τὴν οἰκογένειά του, τὴ γυναίκα του, τὰ παιδιά του… Ὁ τρίτος , ὁ τέταρτος, ὁ πέμπτος, ὅλοι κάτι καὶ κάποιον εἶχαν νὰ σκεφθοῦν. Κέρινες καρδιὲς ποὺ ἄρχισαν κιόλας νὰ λιώνουν μέσα στὸ καμίνι τῆς δοκιμασίας. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «ὁ φιλῶν… ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10:37), εἶχαν κιόλας ἀτονίσει μέσα τους.

Ἔτσι, ἕνας-ἕνας προχώρησε μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι καὶ πιὸ πολὺ μὲ σκυμμένη καὶ ντροπιασμένη τὴν ψυχή. Δὲν ἦταν πορεία μελλοθανάτων, ἦταν νεκρικὴ πομπὴ ἀρνητῶν, ποὺ ἐπορεύετο μὲ στιγματισμένο μέτωπο, γιὰ νὰ θάψει τὴ νεκρή της πίστη. Ἔφθασαν στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἔφτυσαν καὶ βγῆκαν ἔξω ζωντανοί. Ζωντανοί, ἀλλὰ νεκροί. «Ὄνομα ἔχουν ὅτι ζοῦν καὶ νεκροὶ εἶναι» (πρβλ. Ἀποκ. 3:1), κατὰ τὸ θεόπνευστο βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Γιατί ποιὰ ζωὴ μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἀρνητὴς καὶ ὁ προδότης;

Καὶ τελευταία ἔμεινε μιὰ νεαρὴ κοπέλα, δεκαπέντε-δεκαέξι ἐτῶν, πο ἀγάπη της γιὰ τὸν Χριστὸ τῆς ἔφερε στὴ μνήμη τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τὶς ἠμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις στενοχωρία διωγμὸς λιμὸς γυμνότης κίνδυνος μάχαιρα(Ρωμ. 8:35). Τίποτε ἀπολύτως!

Οἱ στρατιῶτες δὲν εἶχαν καμιὰ ἀμφιβολία. «Καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο θὰ κάνει», ἐσκέφθηκαν. «Λύγισαν οἱ μεγάλοι, δὲ θὰ λυγίσει ἡ μικρή;» Κι ὅμως ἔμειναν κατάπληκτοι ἀπὸ τὴ στάση της. Ἀτάραχη ἐκείνη πλησίασε τὴν εἰκόνα. Τὰ μάτια της βούρκωσαν, ὅταν ἀτένισε τὸν Ἀρχηγὸ τῆς πίστεώς της μὲ τὰ φτυσίματα τῆς προδοσίας τῶν δειλῶν. Γονάτισε. Πῆρε τὴν εἰκόνα στὰ χέρια της. Τὴ σκούπισε, τὴν ἀσπάσθηκε εὐλαβικὰ ἐνῶ τὰ χείλη της ψιθύριζαν:

- Δὲ θὰ Σὲ ἀρνηθῶ, Χριστέ μου!

Οἱ στρατιῶτες πρόταξαν τὰ ὅπλα. Μία ὁμοβροντία ἦλθε νὰ αἱματοκυλίσει τὸ γενναῖο κορίτσι καὶ νὰ τὸ προσθέσει στὴ χορεία τῶν Μαρτύρων. Στολισμένη τώρα πιὰ μὲ τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου προβάλλει ἐνώπιόν μας.

Ἐμεῖς ἄραγε, θὰ κάναμε τὸ ἴδιο στὴ θέση της;


Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου «Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ πορεία» (Πειραιᾶς 2011, σελίδα 284).


Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Ἡ Ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς ἀκτημοσύνης

Ἡ Ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς ἀκτημοσύνης



Τὸν πατέρα Γαβριήλ, τὸν πνευματικό τῆς Μονῆς Γηροκομείου Πατρών, τὸν ἐπισκέφθηκε ἕνας φτωχόπαπας ἀπὸ τὴ Ρούμελη.

Ἦταν κατοχή· τοῦ μίλησε γιὰ τὴ συμφορὰ τοῦ χωριοῦ του ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὶς πυρπολήσεις. Ἀλλὰ ὁ πατὴρ Γαβριὴλ δὲν εἶχε τίποτα, μὰ τίποτα νὰ τοῦ δώσει.

Νἄφευγε πάλι ἔτσι, τοὐρχόταν ἄσχημα. Ἄνοιξε τὸ μπαοῦλο ποὔχε δίπλα στὸ κρεβάτι του, ἔβγαλε τὰ ὡραῖα λευκὰ ἄμφιά του, τὰ μόνα ποὺ εἶχε, καὶ τἄδωσε στὸν παπά.

- Γέροντα, τί ἔκαμες; ρώτησε ὁ ἡγούμενος Ἀρτέμιος σὰν τόμαθε. Μὲ τί θὰ λειτουργεῖς τώρα;

- Ἄ! δὲ θὰ ξανασηκωθῶ τώρα, πιά, ἀπάντησε ἤρεμα ὁ Γέροντας. Δὲ θὰ ξαναλειτουργήσω. Μὴν ἀνησυχεῖς, ἡγούμενε.

- Μὰ καλά. Κι ἂν πεθάνεις, τὸν ἀντίκοψε, μὲ τί ἄμφια θὰ σὲ σαβανώσουμε;

Κάρφωσε τὰ μάτια συγχυσμένος ὁ Γέροντας. Δὲν τόχε σκεφτεῖ αὐτό. Εἶχε ξεχάσει πὼς τὰ ἄμφια αὐτὰ θὰ ἦταν ἡ μοναδικὴ περιουσία, ποὺ θάπαιρνε στὸ τελευταῖο του ταξίδι. Μὰ νὰ τώρα εἶχε κι ἀπ’ αὐτὴν ἀποχωρισθεῖ. Σάστισε, περιῆλθε σὲ ἀμηχανία, μὰ ἔπειτα ἀπὸ λίγο εἶπε σταθερά:

- Λὲς νὰ μὴ μὲ γνωρίσει ὁ Θεός, ἡγούμενε, πὼς εἶμαι ἱερέας, ἂν δὲν φορῶ τὰ ἄμφιά μου; Ἐγώ σοῦ λέω ὅτι θὰ μὲ γνωρίσει! Ἄς πάω, λοιπόν, ἔτσι μὲ τὸ μαυρόρασο.

Κι ἔφυγε γιὰ τὶςσκηνὲς τῶν ἁγίων μὲ τὸ τριμμένο μαυρόρασο. Τὸ μοναδικό του κτῆμα ἐδῶ στὴ γῆ.


Πηγή: Τὸ βιβλίο τοῦ Κωνσταντίνου Κούρκουλα «…Καὶ Ἰδοὺ Ζῶμεν…».


Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου ;

Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου ;



Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου


Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:

Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:

«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.

Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.

Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:

Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:

-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;

Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.

Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:

-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.

          Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:

          -Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.

          Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.

Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.

Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:

-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.

Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.

Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:

Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.

Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
·        Φανατισμός: 5 κιλά.
·        Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
·        Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
·        Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
·        Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.

Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:

-Κύριε, σῶσον με…

Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.

Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.

Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.

          Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».


Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου «Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ πορεία» (Πειραιᾶς 2011, σελίδα 159).


Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Ἡ μετάνοια ὡς διέξοδο στα ἀδιέξοδα τοῦ σύγχρονου πονεμένου καὶ ἀπογοητευμένου ἀνθρώπου

Ἡ μετάνοια ὡς διέξοδο στα ἀδιέξοδα τοῦ σύγχρονου πονεμένου καὶ ἀπογοητευμένου ἀνθρώπου



Τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας τοῦ Ἁγίου Ὅρους, Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Ἐλισαίου

Πάντοτε χτυποῦσαν τὴν Ὀρθοδοξία. Πάντοτε γινόταν αὐτό. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι, ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία τῶν Μαρτύρων. Εἶναι, δηλαδή, μιὰ συνεχὴς διαπάλη μεταξὺ ἀληθείας καὶ μὴ ἀληθείας, ἃς τὸ πῶ ἔτσι, καὶ φυσικὰ αὐτὸ θὰ συνεχιστεῖ.

Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἐμεῖς, σὰν Ἅγιο Ὅρος, δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε μιὰ ἄμυνα πάνω στὰ θέματα αὐτά, δὲν πρέπει νὰ λειτουργοῦμε ἀρνητικά. Ἐμεῖς πρέπει μὲ τὴ ζωή μας, μὲ τὸ λόγο μας, μὲ τὴ συμπεριφορά μας, ἀφ’ ἑνὸς νὰ ὁμολογοῦμε καὶ νὰ διακηρύττουμε τὴν ἀλήθεια καὶ ἀφετέρου νὰ δίνουμε πίστη καὶ ἐλπίδα καὶ θάρρος καὶ προοπτικὴ καὶ σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους τοὺς μοναχούς, ἀλλὰ καὶ στὸν ὑπόλοιπο κόσμο καὶ νὰ δίνουμε τὸ ὅραμα τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς, τῆς ζωῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλωστε ἐμεῖς, κι ἂν μᾶς πολεμοῦν, δὲν μποροῦμε νὰ κρατήσουμε, ἃς τὸ ποῦμε ἁπλά, καμία κακία καὶ πρέπει νὰ μιμούμαστε τὸν Ἅγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο, διότι ἀλλιῶς θὰ εἴμαστε ἀντίθετοι στὸ Εὐαγγέλιο.

Ἃς μὴν ἀντικαθιστοῦμε τοὺς καθ’ ὕλην ἁρμοδίους στὰ θέματα τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομίας. Δὲν ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν ἀνάλυση τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ εἶναι ἀλήθεια, ἐὰν μπορῶ νὰ πῶ μιὰ κουβέντα πάνω σε αὐτὸ τὸ θέμα, ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μεγάλες κοινωνικὲς καὶ πνευματικὲς ἀλλαγὲς γιὰ νὰ ἀνακοπεῖ, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ χρεοκοπία σὲ ὅλα τα ἐπίπεδα.

Ἔλλειψη παιδείας καὶ ἐμπνευσμένων ἀνθρώπων, ἀποτελοῦν βασικὲς αἰτίες τῆς πανθομολογουμένης καταρρεύσεως. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν ζωντανὸ Θεὸ τῶν πατέρων μας, στὴν ἀκένωτη πηγὴ τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀγάπης.

Στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐθνικῆς καὶ κοινωνικῆς συνοχῆς, τῆς θυσίας καὶ προσφορᾶς, ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχε νὰ διαδραματίσει σπουδαῖο ρόλο, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν ἦταν τόσο στενόκαρδη καὶ κοντόφθαλμη στὴν ἀξιοποίηση τοῦ δυναμικοῦ τῆς Ἐκκλησίας.